| THE COLLAPSE OF THE UTOPIAN PROJECT in the post-World War Two era is widely accepted as a given, as if those that previously fought for the total reorganisation of society had finally given themselves to the lesser task of the more rational and humane management of the status quo (social democracy, the third way, etc.). The failure to see the continuation of a utopian project, or rather a multitude of such projects, is due precisely to a shift in the very conception of revolution and utopia. The very real and substantive difference between Marxism and classical anarchism over the question of the State and power masked the fact that both were really quite similar – as products of Enlightenment thinking – in their foundational assumptions. These assumptions, the a priori that haunts classical anarchism, can be reduced to two key aspects: firstly, a notion of power as transcendent to the social body and originating in the singularity of the State, working in a simple top-down fashion upon the otherwise autonomous organisation of society; secondly, a humanism that posited a human essence that was essentially freedom-desiring, cooperative, that tended towards egalitarian relations and which was suppressed under the ‘yoke’ of the State. Upon these assumptions were built the familiar utopian project. Freedom, the aim of the classical anarchist project, was conceived unproblematically as the absence of power, in which conditions the natural cooperative tendencies of humanity could be unleashed so as to realise, once and for all, the revolutionary society. Revolution, therefore, was the destruction of the State – a cataclysmic rupture and qualitative change with previous social organisation – and was to be conducted by the revolutionary subject embodied in that broad mass in whom lay the seeds of change and are collectively known as the ‘oppressed’. A utopian project conceived such as this – Marxist or anarchist – has indeed largely subsided in the post-World War Two era. But the utopian impulse has not died; rather, it has been eclipsed by a project that bears little superficial resemblance. The singular and totalising conception of revolutionary change of the classical emancipatory theories, the notion of becoming-major to use Deleuze’s formulation, has instead been replaced with a dispersed, decentred and viral becoming-minor of contemporary, second-wave anarchism. | Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΥΤΟΠΙΚΟΥ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΟΣ την μετά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εποχή είναι ευρέως αποδεκτή ως δεδομένη, λες και εκείνοι που προηγουμένως πολέμησαν για την ολοκληρωτική αναδιοργάνωση της κοινωνίας τελικά να αφιερώθηκαν σε ένα μικρότερο έργο, εκείνο της πιο λογικής και ανθρωπιστικής διαχείρισης του κοινωνικού στάτους (σοσιαλδημοκρατία, ο τρίτος δρόμος, κλπ.). Το ότι απέτυχε να συνεχιστεί το ουτοπικό πρόταγμα ή καλύτερα μια πληθώρα τέτοιων προταγμάτων, οφείλεται επακριβώς σε μία μετατόπιση της ίδιας της έννοιας της επανάστασης και της ουτοπίας. Η πολύ αληθινή και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο Μαρξισμό και τον κλασικό αναρχισμό πάνω στο ζήτημα του κράτους και της εξουσίας απέκρυψε το γεγονός πως και οι δύο ιδεολογίες στην πραγματικότητα έμοιαζαν – ως προϊόντα της σκέψης του Διαφωτισμού – στις βασικές τους εικασίες. Αυτές οι εικασίες, το a priori που στοιχειώνει τον κλασικό αναρχισμό, μπορούν να συμπυκνωθούν σε δύο έννοιες κλειδιά: πρώτον, στην έννοια της εξουσίας ως υπερβατικής ως προς το κοινωνικό σώμα, προερχόμενης από την ιδιάζουσα μοναδικότητα του Κράτους, και που λειτουργούσε με έναν απλό από την-κορυφή-προς-τη-βάση τρόπο πάνω στην, αλλιώτικα, αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας• δεύτερον, στον ανθρωπισμό ο οποίος προϋπέθετε μιαν ανθρώπινη ουσία που ουσιαστικά επεδίωκε την ελευθερία και τη συνεργασία, και έτεινε προς ισότιμες σχέσεις, και που καταπιεζόταν από τον κρατικό “ζυγό”. Πάνω λοιπόν σε αυτές τις εικασίες βασίστηκε το οικείο ουτοπικό σχέδιο. Η ελευθερία, ο σκοπός του κλασικού αναρχικού προτάγματος, γινόταν δίχως προβληματισμούς αντιληπτή ως απουσία της εξουσίας, όπου τότε οι τάσεις συνεργασίας της ανθρωπότητας θα απελευθερωνόντουσαν ώστε να υλοποιηθεί, μια και καλή, η επαναστατική κοινωνία. Η επανάσταση, επομένως, ήταν η καταστροφή του κράτους – η κατακλυσμική ρήξη και η ποιοτική αλλαγή της πρότερης κοινωνικής οργάνωσης – και θα διεξαγόταν από το επαναστατικό υποκείμενο που ενσαρκωνόταν σε εκείνη τη μεγάλη μάζα στην οποία βρίσκονταν οι σπόροι της αλλαγής και που είναι ευρέως γνωστή ως “οι καταπιεσμένοι”. Ένα τέτοιου είδους ουτοπικό σχέδιο – Μαρξιστικό ή αναρχικό – καταλάγιασε σε μεγάλο βαθμό στη μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή. Όμως το ουτοπικό ορμέμφυτο δεν έσβησε• επισκιάστηκε μάλλον από ένα σχέδιο που φέρει μια ελάχιστη επιφανειακή ομοιότητα. Η ιδιάζουσα και ολοκληρωτική σύλληψη της επαναστατικής αλλαγής των κλασικών θεωριών χειραφέτησης, η έννοια του γίγνεσθαι-του-μείζονος, για να να χρησιμοποιήσουμε το φορμαλισμό του Deleuze, αντικαταστάθηκαν από ένα διασκορπισμένο, αποκεντρωμένο και μεταδοτικό γίγνεσθαι-του-ήσσονος του παρόντος, δεύτερου κύματος αναρχισμού. |
| Post-anarchism is a systematic attempt to build an anarchism without the a priori faults of its predecessor, to further deepen the tendencies of contemporary – as opposed to classical – anarchism, and to commit itself to an understanding of the social founded upon an ontology of immanence. In the first instance, power is conceived as decentred and exercised from innumerable points, as immanent and necessary to all interactions, and as constitutive of larger relations of domination. This latter aspect forms the basis for Deleuze’s separation of micro- and macro-politics. These domains don’t correlate simply to the State and society, and nor are they fixed to any particular strata, but rather describe the processes whereby emergent strata are ontologically produced from the complex and non-linear interactions – the micro-politics – of the strata below. Power, therefore, is for the most part bottom-up, where macro-assemblages and large-scale relations of domination are produced in the micro-politics of everyday life. While macro-politics remains important (it is not one or the other, as Deleuze insists, but ‘and, and, and…’), the micro is primary. Moreover, fundamental changes in social relations necessitate a total transformation in the relations of everyday life or else risk, as Foucault warned, simply a reconstitution of the politics of old. This is a non-functionalist conception of macro-politics, where the historical construction of macro-assemblages is not teleological, but arises through the capillary and contingent spread of certain techniques at the expense of others. Crucially, in regards to this discussion, freedom is conceived not as an absence of power but rather a specific organisation of power, one that avoids the asymmetric and frozen relations that characterise conditions of domination, and which seeks the free flowing exercise of power distributed throughout the social terrain. This is not a static state, but instead a becoming, a practice, an ‘ongoing actuality’. In the second instance, post-anarchism views the subject not as transcendent to the forces that act upon the body but as produced by them, as an effect. The ‘oppressed masses’ cease to occupy a pure space of resistance and come instead wholly complicit and produced by the everyday practices of which they are part. The revolutionary subject of postanarchism, therefore, cannot be founded upon an existing social category that is produced out of relations of domination; its aim, in fact, is for the eventual abolition of those very categories. The revolutionary subject must instead be an orientation, an inclination towards permanent revolt against practices of domination and a tendency towards social experimentation and reorganisation of power relations, aiming always to further maximise conditions of freedom. In a similar vein, the notion of revolution is transformed. Social change must be approached in a fashion concomitant with the operations of power. Cataclysmic, qualitative change is replaced with widespread change in degree, and utopian finality is replaced with an open-ended conception of revolution, as a process never fully realised. | Ο μετα-αναρχισμός είναι μια συστηματική προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα αναρχικό κίνημα χωρίς τα a priori λάθη του προγόνου του, να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στις τάσεις του σύγχρονου – σε αντίθεση με τον κλασικό – αναρχισμού, και να αφιερωθεί στην κατανόηση του κοινωνικού θεμελιωμένης στην οντολογία του ενυπάρχοντος. Στην πρώτη περίπτωση η εξουσία κατανοείται ως αποκεντρωμένη που ασκείται από αναρίθμητα σημεία ως σύμφυτη και απαραίτητη σε κάθε αλληλεπίδραση, και ως συστατική των ευρύτερων σχέσεων κυριαρχίας. Αυτή το τελευταίο σημείο σχηματίζει τη βάση για το διαχωρισμό, κατά τον Deleuze, της μικρο- από τη μακρο-πολιτική. Τα δύο αυτά πεδία δε συσχετίζονται απλά με το Κράτος και την κοινωνία, ούτε και εντάσσονται σταθερά σε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό υπόστρωμα(strata), αλλά περισσότερο περιγράφουν τη διαδικασία κατά την οποία παράγονται οντολογικά τα ανώτερα στρώματα(strata) μέσα από τις περίπλοκες και μη γραμμικές αλληλεπιδράσεις – από την μικρο-πολιτική – των κατώτερων στρωμάτων(strata). Η εξουσία λοιπόν προκύπτει στο μεγαλύτερο μέρος της από τη βάση-προς-την-κορυφή, όπου οι μακρο-συναρμογές [των κοινωνικών σωμάτων] και οι ευρείας κλίμακας σχέσεις κυριαρχίας παράγονται από τις μικρο-πολιτικές της καθημερινής ζωής. Ενώ οι μακρο-πολιτική παραμένει σημαντική (δεν είναι το ένα ή το άλλο όπως επιμένει ο Deleuze, αλλά «είτε…είτε…είτε…»), η μικρο-πολιτική είναι πρωταρχική. Επιπλέον, οι θεμελιώδεις αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις επιτάσσουν έναν ολοκληρωτικό μετασχηματισμό των σχέσεων της καθημερινότητας, διαφορετικά ρισκάρουμε, όπως προειδοποίησε ο Foucault, την επανασύσταση της πολιτικής του παλαιού. Πρόκειται για μια αντίληψη της μακρο-πολιτικής που δεν κατατάσσεται σε αυτές του λειτουργισμού, κατά την οποία η ιστορική κατασκευή των μακρο-συναρμογών δεν είναι τελεολογική αλλά απορρέει από την τριχοειδή και την συμπτωματική εξάπλωση κάποιων τεχνικών σε βάρος κάποιων άλλων. Είναι ζωτικής σημασίας λοιπόν, όσον αφορά στη μελέτη μας, η ελευθερία να μην κατανοείται ως απουσία της εξουσίας αλλά μάλλον ως μια ιδιαίτερη οργάνωση της εξουσίας, τέτοια που να αποφεύγει τις ασύμμετρες και παγιωμένες σχέσεις που χαρακτηρίζουν τις καταστάσεις κυριαρχίας, και που να επιδιώκει την ελεύθερη ροή της άσκησης της εξουσίας ώστε να κατανέμεται σε όλο το κοινωνικό πεδίο. Αυτή δεν είναι μία στατική κατάσταση, αντίθετα είναι ένα γίγνεσθαι, μια πρακτική, μία “συνεχής πραγμάτωση”. Στη δεύτερη περίπτωση, ο μετα-αναρχισμός δεν θεωρεί πως το υποκείμενο υπάρχει υπερβατικά ως προς τις δυνάμεις που δρουν πάνω στο σώμα του αλλά πως πηγάζει από αυτές, σαν μια συνέπειά τους. Οι “καταπιεσμένες μάζες” παύουν να καταλαμβάνουν ένα ανόθευτο πεδίο αντίστασης και μετατρέπονται αντίθετα σε καθολικούς συνεργούς και σε προϊόντα των πρακτικών της καθημερινότητας στις οποίες συμμετέχουν. Το επαναστατικό υποκείμενο του μετα-αναρχισμού, λοιπόν, δε μπορεί να στηριχθεί σε μια υπάρχουσα κοινωνική κατηγορία που παράγεται από τις σχέσεις κυριαρχίας• o σκοπός του στην πραγματικότητα είναι η τελική κατάργηση αυτών των κατηγοριών. Το επαναστατικό υποκείμενο πρέπει αντίθετα να αποτελείται από έναν προσανατολισμό, από μια έφεση προς μόνιμη εξέγερση ενάντια στις πρακτικές της κυριαρχίας και μια τάση προς τον κοινωνικό πειραματισμό και την αναδιοργάνωση των σχέσεων εξουσίας, στοχεύοντας πάντα να μεγιστοποιήσει περαιτέρω τις καταστάσεις ελευθερίας. Στο ίδιο πνεύμα μετασχηματίζεται και η αντίληψη περί της επανάστασης. Η κοινωνική αλλαγή πρέπει να προσεγγιστεί με τρόπο συνακόλουθο των λειτουργιών της εξουσίας. Η κατακλυσμική, ποσοτική αλλαγή πρέπει να αντικατασταθεί από μία ευρείας κλίμακας αλλαγή degree, και η οριστικότητα της ουτοπίας αντικαθίσταται από την έννοια μιας επανάστασης χωρίς προκαθορισμένο τέλος, σαν μια διαδικασία που ποτέ δε πραγματοποιείται εντελώς. |
| A radical new underpinning such as this necessarily entails a shift in practice, in the conceptions of social change. The classical anarchist project contained within itself three tendencies of resistance: the insurrectionary tendency, the evolutionary tendency, and anarcho-syndicalism. The first was heavily rooted in classical anarchism, representing a purely destructive moment and relying on the egalitarian impulses of the masses. The second, the evolutionary tendency, was its opposite and focused entirely on the constructive moment in the creation of alternative institutions, but in lacking a destructive aspect and often choosing institutional legality, the evolutionary tendency was limited and risked full integration into hegemonic practices. Of the three, anarcho-syndicalism was the most developed, aptly integrating both the destructive and constructive moments, but it was limited by its focus on simply on the condition of work. In addition to an insistence on both the destructive and constructive moments to anarchist practice, and in its opposition to the totality of relations that constitute domination, the post-anarchist project brings a number of insights from its revised view of the social. The politics and transformation of everyday life becomes an essential aspect, both in the reconstitution of macro-political assemblages and equally in the creation of new subjectivities. These transformations must be treated as experiments, and must be conducted not en masse as a singular project, but rather as a multiplicity of small-scale projects, each designed with the aim for their reproduction and spread across the social terrain. Moreover, this is a tactical model of change. In opposition to a singular strategy, a multiplicity of tactics works in accordance with the decentred, bottom-up, and non-linear nature of power, constantly pressing against various practices, transforming some, and creating other relations anew. Contemporary anarchist practices offer many such examples of possible tactics, including the notion of exodus, direct action, and the creation of autonomous spaces. In all, the aim is a prefigurative politics: withdrawing ourselves from practices deemed antithetical to relations of freedom, similarly fighting against and disrupting those of which we are not a part, and seeking out fissures of time and space so as to create new relations with one another and with our material world. This notion of social war, of revolutionary practice without end, is one that seeks not the conquest of power but rather a generalised revolt and the viral adoption of these tactics throughout the social terrain, opening and creating spaces of becoming-minor. | Μια τέτοιου είδους ριζοσπαστική νέα βάση συνεπάγεται μια μετατόπιση στην πρακτική και στη αντίληψη της κοινωνικής αλλαγής. Το κλασικό αναρχικό πρόταγμα περιλαμβάνει στο εσωτερικό του τρεις τάσεις σε σχέση με την αντίσταση: την εξεγερσιακή, την εξελικτική και την αναρχοσυνδικαλιστική. Η πρώτη βρίσκονταν βαθιά ριζωμένη στον κλασσικό αναρχισμό, αντιπροσωπεύοντας μία αμιγώς καταστροφική ορμή, και στηριζότανε στα ορμέμφυτα της ισονομίας των μαζών. Η δεύτερη, η εξελικτική τάση, ήταν αντίθετη της προηγούμενης και εστίαζε ολοκληρωτικά στην παραγωγική ορμή δημιουργίας εναλλακτικών θεσμών αλλά επειδή της έλλειπε μια καταστροφική προοπτική και επειδή συχνά επέλεγε τη θεσμική νομιμότητα, η εξελικτική τάση περιοριζόταν και κινδύνευε να ενσωματωθεί ολοκληρωτικά σε ηγεμονικές πρακτικές. Ο αναρχοσυνδικαλισμός ήταν ο περισσότερο αναπτυγμένος από τις τρεις τάσεις, ενσωματώνοντας ευφυώς και τις καταστροφικές και τις δημιουργικές ορμές, αλλά περιοριζόταν επειδή εστίαζε μόνο στις συνθήκες εργασίας. Εκτός της επιμονής τόσο στις καταστροφικές όσο και στις παραγωγικές ροπές της αναρχικής πρακτικής, και την καθολική αντίθεση στις σχέσεις που συνιστούν κυριαρχία, ο μετα-αναρχισμός φέρνει ένα σύνολο από ενοράσεις, αποτέλεσμα της αναθεωρημένης άποψής του για το κοινωνικό. Η πολιτική και ο μετασχηματισμός της καθημερινή ζωής γίνονται ουσιώδεις πλευρές τόσο της επανασύστασης των μακρο-πολιτικών συναρμογών όσο και στη δημιουργία νέων υποκειμενικοτήτων. Αυτοί οι μετασχηματισμοί πρέπει να αντιμετωπιστούν ως πειράματα, και να μη διεξαχθούν μαζικά σαν ένα ενιαίο πρόγραμμα, αλλά ως πολλαπλά μικρής-κλίμακας έργα, κάθε ένα από τα οποία σχεδιάστηκε για την αναπαραγωγή και την εξάπλωσή του στον κοινωνικό πεδίο. Επιπλέον, το παραπάνω είναι ένα τακτικό μοντέλο αλλαγής. Σε αντίθεση με μια ενιαία στρατηγική, η πολλαπλότητα των τακτικών λειτουργεί σύμφωνα με την αποκεντρωμένη, “από την βάση-προς-την-κορυφή”, και μη-γραμμική φύση της εξουσίας, αντιδρώντας συνεχώς σε ποικίλες πρακτικές της, αλλάζοντας κάποιες ή δημιουργώντας άλλες σχέσεις εκ νέου. Οι σύγχρονες αναρχικές πρακτικές προσφέρουν πολλά παραδείγματα πιθανών τακτικών, όπως η ιδέα της Εξόδου, της άμεσης δράσης και της δημιουργία αυτόνομων χώρων. Συνολικά, ο στόχος είναι μία προεικονιστική πολιτική: αποσυρόμαστε από πρακτικές που κρίνονται ως αντίθετες στις σχέσεις ελευθερίας, ομοίως πολεμώντας και διαταράσσωντας εκείνες των οποίων δεν είμαστε τμήμα, και επιδιώκοντας ρωγμές στο χρόνο και στον τόπο για να δημιουργήσουμε νέες σχέσεις μεταξύ μας και με τον υλικό κόσμο μας. Η αντίληψη του κοινωνικού πολέμου, της επαναστατικής πρακτικής χωρίς τέλος, είναι τέτοια ώστε δεν επιδιώκει την κατάκτηση της εξουσίας αλλά μία γενικευμένη εξέγερση και τη μεταδοτική υιοθέτηση αυτών των τακτικών παντού στο κοινωνικό πεδίο, ανοίγοντας και δημιουργώντας χώρους του γίγνεσθαι-του-ήσσονος. |
| The central question with which we started – ‘What is to be done?’ – remains perhaps only partially answered. Indeed, more concrete answers lie in the substantial and expansive practical work in implementing and experimenting with the multiplicity of tactics and relations that are available in pursuing freedom as an ongoing actuality. Nevertheless, the criticisms of the ‘spectacles of resistance’ made of the anti-globalisation movement ring even stronger in this evaluation. The large anti-summit protests, at least by themselves, make for a weak tactic precisely because they maintain the notion that there exist centres of power to global capitalism, whether in the Group of Eight, the World Trade Organisation, or otherwise. Indeed, in many ways they marked a return to the insurrectionary model with all of its faults. It appears, in fact, that since the decline of the anti-globalisation movement it is to the alternative praxis advocated here that many have turned, and perhaps there is in that some hope. | Η ερώτηση με την οποία ξεκινήσαμε – “τι να κάνουμε;”- ίσως παραμένει μερικώς αναπάντητη. Στην πραγματικότητα, πιο συμπαγείς απαντήσεις βρίσκονται στο ουσιαστικό και επεκτατικά πρακτικό έργο της εφαρμογής και του περιαματισμού με την πολλαπλότητα των τακτικών και των σχέσεων που είναι διαθέσιμες κατά την επιδίωξη της ελευθερίας ως μιας συνεχούς πραγμάτωσης. Παρ’ όλα αυτά, η κριτική πάνω στη «θεαματικότητα της αντίστασης» του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης ηχεί ακόμη εντονότερη σε αυτήν εδώ την αποτίμηση. Οι μεγάλες διαμαρτυρίες των αντι-συνόδων κορυφής αποτελούν, τουλάχιστον από μόνες τους, μια ασθενή τακτική ακριβώς επειδή επιμένουν στην αντίληψη ότι υπάρχουν κέντρα εξουσία στον παγκόσμιο καπιταλισμο, είτε στην Ομάδα των Οκτώ(G8), στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου είτε αλλού. Πράγματι, από πολλές απόψεις, σημάδεψαν μια επιστροφή στο εξεγερσιακό μοντέλο, με όλα του τα λάθη. Φαίνεται όμως, πως ύστερα από την παρακμή του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης πολλοί στράφηκαν στην εναλλακτική πράξη που υποστηρίξαμε εδώ, και ίσως σε αυτό να υπάρχει κάποια ελπίδα. |