| ==== Post-Anarchist Considerations of Resistance ==== | ==== Μετά-αναρχικές Θεωρήσεις της Αντίστασης==== |
| All three historical tendencies – anarcho-syndicalism, insurrectionary, and evolutionary – offer us lessons in this reconsideration of social transformation and, coupled with our earlier elaboration of post-anarchism, there are a number of aspects to resistance – or rather anarchist practice – that can be brought to light immediately. We see, in the first instance, a heightened emphasis on the terrain of everyday life, recognising that it is this stratum from which practices of domination are ontologically produced. Todd May warns that failure to recognise this aspect risks the reassertion of old modes of domination: | Και οι τρεις ιστορικές τάσεις – αυτές του αναρχοσυνδικαλισμού, του εξεγερσιακού και του εξελικτικού αναρχισμού – μας προσφέρουν χρήσιμα μαθήματα για την επαναθεώρηση του κοινωνικού μετασχηματισμού, και μπορούμε άμεσα, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα ανάπτυξη του μετα-αναρχισμού, να διαφωτίσουμε αρκετές όψεις της αντίστασης – ή καλύτερα της αναρχικής πρακτικής. Βλέπουμε εν πρώτοις μία έντονη έμφαση στο πεδίο της καθημερινής ζωής, καθώς αναγνωρίζεται πως αυτό είναι το στρώμα από το οποίο παράγονται οντολογικά οι πρακτικές της κυριαρχίας. Ο Todd May προειδοποιεί ότι αν αποτύχουμε να αναγνωρίσουμε αυτή την πλευρά, κινδυνεύουμε να επαναβεβαιώσουμε τους παλιούς τρόπους κυριαρχίας: |
| > …the rise of current power relationships is traceable to specific local practices and must be understood on the basis of them. Failure to do so would lead – and has led – to the assumption that by destroying macropolitical entities and practices, the power arrangements reflected in those entities will themselves disappear (May, 1994: 99). | > … η ανάδυση των σύγχρονων εξουσιαστικών σχέσεων ανιχνεύεται σε συγκεκριμένες τοπικές πρακτικές και πρέπει να γίνεται κατανοητή στη βάση αυτών. Μια αποτυχία στην κατανόηση τούτου θα οδηγούσε – και έχει οδηγήσει – στην υπόθεση ότι καταστρέφοντας τις μακροπολιτικές οντότητες και πρακτικές, οι διευθετήσεις της εξουσίας που αντανακλώνται σε αυτές τις οντότητες θα εξαφανιστούν από μόνες τους (May, 1994: 99). |
| Resistance, therefore, must be focused on the stratum of everyday life as primary to changing both micro- and macro-political relations of domination. Secondly, we can observe that the destructive moment alone will not be enough. The post-anarchist political project clearly does not aim to simply capture the State for its own purposes, and nor can it rely on the autonomous and egalitarian impulses of the masses. Moreover, there is no ‘outside’ of power, no neutral absence of authority, but rather only different configurations of power. Resistance, therefore, must be accompanied by a substantial constructive moment, focused on creating new practices, and thus also new subjectivities in the understanding that means are ends. In many instances, then, construction of new practices will necessarily entail the erasure of others, combining both the insurrectionary and evolutionary models or, in the words of Kropotkin, “in building we shall demolish” (Kropotkin, cited in Marshall, 1993: 317).1) | Η αντίσταση, επομένως, πρέπει να εστιαστεί στο υπόστρωμα της καθημερινής ζωής, καθώς αυτό είναι πρωταρχικό για την αλλαγή των σχέσεων πολιτικής κυριαρχίας τόσο στο μίκρο- όσο και στο μάκρο-επίπεδο. Δευτερευόντως πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η καταστροφική ροπή δεν είναι από μόνη της αρκετή. Το μετα-αναρχικό πολιτικό πρόταγμα δε στοχεύει απλά στην κατάκτηση του Κράτους για τους σκοπούς του και ούτε μπορεί να βασιστεί στις αυτόνομες και ισονομιστικές παρορμήσεις των μαζών. Επιπλέον, δεν υπάρχει κάτι “εκτός” της εξουσίας, ούτε μία ουδέτερη απουσία αρχής, αλλά μάλλον διαφορετικές μόνο διαμορφώσεις της εξουσίας. Επομένως η αντίσταση πρέπει να συνοδεύεται από μία γερή δόση εποικοδομητικής ροπής, εστιάζοντας στη δημιουργία νέων πρακτικών, και άρα νέων υποκειμενικότητων, κατανοώντας πως τα μέσα είναι σκοποί. Σε πολλές περιστάσεις, τότε, η κατασκευή νέων πρακτικών αναγκαστικά θα προϋποθέτει την εξάλειψη κάποιων άλλων, συνδυάζοντας έτσι τόσο τα εξεγερσιακά όσο και τα εξελικτικά μοντέλα, ή με τα λόγια του Kropotkin, «χτίζοντας, θα γκρεμίσουμε» (Kropotkin, όπως αναφέρεται στον Marshall, 1993: 317).2) |
| We can also observe that practices produce effects that are non-linear, and therefore the creation of constructive projects must be viewed as experiments in social forms, with a readiness to abandon or radically change projects upon critical evaluation. Landauer writes, “we need attempts, we need the expedition of a thousand men to Sicily, we need these precious Garibaldi-natures and we need failures upon failures and the tough nature that is frightened by nothing” (cited in Day, 2005: 126). Indeed, experimentation is a recurring motif in the work of Foucault and Deleuze. Deleuze, for example, advises, | Επίσης μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι πρακτικές παράγουν αποτελέσματα που δεν είναι γραμμικά και επομένως η δημιουργία εποικοδομητικών εγχειρημάτων πρέπει να θεωρείται ως πείραμα πάνω στις κοινωνικές φόρμες, με την ετοιμότητα να εγκαταλείπουμε ή να αλλάζουμε ριζικά τα εγχειρήματα κατόπιν κριτικής αξιολόγησης. Ο Landauer γράφει, «χρειαζόμαστε απόπειρες, χρειαζόμαστε την πομπή των χιλιάδων προς την Σικελία, αυτή την ανεκτίμητη φύση του Garibaldi∙ όπως επίσης χρειαζόμαστε αποτυχίες, τη μια επάνω στην άλλη, καθώς και εκείνη την επίμονη φύση που δεν πτοείται ποτέ από τίποτα» (όπως αναφέρεται στον Day, 2005: 126). Όντως, ο πειραματισμός είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του Foucualt και του Deleuze. Για παράδειγμα ο Deleuze συμβουλεύει: |
| > Lodge yourself on a stratum, experiment with the opportunities it offers, find an advantageous place on it, find potential movements of deterritorialisation, possible lines of flight, experience them, produce flow conjunctions here and there, try out continuums of intensities segment by segment, have a small plot of land at all times (Deleuze & Guattari, 2004b: 178). | > Φύτεψε τον εαυτό σου σε ένα κοινωνικό υπόστρωμα, πειραματίσου με τις ευκαιρίες που προσφέρει, βρες μια προνομιακή τοποθεσία πάνω του, βρες πιθανές κινήσεις αποεδαφικοποίησης(deterritorialisation), πιθανές γραμμές διαφυγής, απέκτησε εμπειρία πάνω τους, διασυνέδεσε ροές σε τυχαία σημεία, δοκίμασε τις ενεργειακές εκπομπές από τομέα σε τομέα, έχε ένα μικρό κομμάτι γης ανά οποιαδήποτε χρονική στιγμή (Deleuze & Guattari, 2004b: 178). |
| Moreover, the ability to radically alter such social experiments places constraints on their size, realising that in large experiments there is the risk that emergent assemblage properties will once again overtake their constituent parts. Day advises experiments occur among Deleuze’s ‘packs’, which have the properties of “small or restricted numbers, dispersion, […] impossibility of a fixed totalisation or hierarchisation” (Deleuze & Guattari, 2004b: 37), and that mass experiments be displaced for a mass of experiments, a multitude of “small-scale pack wanderings through infinite social spaces that are left unexplored” (Day, 2004: 176). The contemporary school of Italian insurrectionary theory thus emphasises that such experiments be socially reproducible. Experiments and tactics “require unsophisticated means that are available to all and easily reproducible, [which] are by their very simplicity and spontaneity uncontrollable” such that “the anonymous practice of social self-liberation could spread to all fields” (Anonymous, n.d.: 4). | Επιπλέον, η δυνατότητα για ριζική μεταβολή τέτοιων κοινωνικών πειραμάτων θέτει περιορισμούς στο μέγεθός τους, αφού είναι κατανοητό πως σε μεγάλα πειράματα υπάρχει ο κίνδυνος τα αναδυόμενα χαρακτηριστικά των συναρμογών να υπερφαλαγγίσουν τα συστατικά τους μέρη. Ο Day συνιστά τα πειράματα να συμβαίνουν μέσα στις, κατά τον Deleuze, “αγέλες”, οι οποίες έχουν τις ιδιότητες του «μικρού ή περιορισμένου πλήθους, της διάχυσης, […] της αδυνατότητας για έναν αμετάβλητο ολοκληρωτισμό ή μια ιεραρχικοποίηση» (Deleuze & Guattari, 2004b: 37), και [συνιστά] τα μαζικά πειράματα να αντικατασταθούν από μια μαζικότητα των πειραμάτων, ένα πλήθος «περιπλανήσεων από μικρής κλίμακας αγέλες σε απεριόριστους κοινωνικούς χώρους που έχουν μείνει ανεξερεύνητοι» (Day, 2004: 176). Η σύγχρονη σχολή της Ιταλικής εξεγερσιακής θεωρίας επομένως δίνει έμφαση στο γεγονός πως τέτοια πειράματα πρέπει να είναι κοινωνικά αναπαραγώγιμα. Τα πειράματα και οι τακτικές «απαιτούν ανεπιτήδευτα μέσα που είναι διαθέσιμα σε όλους και είναι εύκολα αναπαραγώγιμα, [τα οποία] λόγω της απλότητας και του αυθορμητισμού τους είναι μη ελεγχόμενα» έτσι ώστε «η ανώνυμη πρακτική της κοινωνικής απελευθέρωσης να μπορεί να διαχυθεί σε όλα τα πεδία» (Ανώνυμου, χ.η.: 4). |
| An inchoate model such as this is a rejection of the strategic model of social change, as Todd May has argued, and instead an emphasis on tactics (May, 1994: 1-15). Strategic models, such as the classical Marxist and anarchist models assume an essentially linear operation of social forces which allow for the construction of grand strategies of social change.3) In assuming an essentially non-linear model where there is no central node of power, we are instead forced to abandon strategic models for tactical models, based around a multiplicity of initiatives and united only in the tendencies that they seek to extend. Murray Bookchin has elaborated further, claiming that “in contrast to the anarchist policy of continually pressing against the society in search of its weak-points and trying to open areas that would make revolutionary change possible, Marxian theory was structured around a strategy of ‘historical limits’ and ‘stages of development’” (Bookchin, 1989: 135). And in the work of Hakim Bey we see a similar insistence: “we concentrate our force on temporary ‘power surges’, avoiding all entanglements with ‘permanent solutions’” (Bey, 2003: 101). That power is everywhere, and that strategic avenues of change are inappropriate, is not, however, to suggest a blind flurry of opposition. While Bookchin suggests a search for “weak-points”, May suggests, in addition, a search for its strongest points, that is, those lines of power which are reinforcing, which “vibrate” across larger regions of social networks, coming to strengthen asymmetric relations (May, 1994: 54). A tactical approach, therefore, suggests both the exploitation of the multiplicity of weak points and the opposition to specific relations that have widespread ramifications. These lines cannot be presumed, however, but must be discovered through intervention (May, 1994: 53).4) | Ένα καινοφανές μοντέλο όπως αυτό, αποτελεί μια απόρριψη των μοντέλων στρατηγικής για την κοινωνική αλλαγή και ανταυτού, όπως σημειώνει ο Todd May, συνιστά μία έμφαση στην τακτική (May, 1994: 1-15). Τα μοντέλα στρατηγικής, όπως είναι τα κλασικά Μαρξιστικά και αναρχικά μοντέλα, υποθέτουν μια στην ουσία γραμμική λειτουργία των κοινωνικών δυνάμεων, που επιτρέπει την κατασκευή μεγαλεπήβολων στρατηγικών για την κοινωνική αλλαγή.5) Υιοθετώντας ένα μη-γραμμικό μοντέλο όπου δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός κόμβος εξουσίας, αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε τα μοντέλα στρατηγικής υπέρ των μοντέλων τακτικής, που βασίζονται σε μία πολλαπλότητα πρωτοβουλιών και ενοποιούνται μόνο στις τάσεις που επιζητούν να επεκτείνουν. Ο Murray Bookchin προχώρησε παραπέρα, ισχυριζόμενος ότι «σε αντίθεση με την αναρχική γραμμή της συνεχούς πίεσης ενάντια στην κοινωνία για την εύρεση των αδύνατων σημείων της και την προσπάθεια απελευθέρωσης περιοχών που μπορούν να κάνουν την επαναστατική αλλαγή πιθανή, η Μαρξιστική(Marxian) θεωρία δομήθηκε γύρω από μία στρατηγική των “ιστορικών ορίων” και των “σταδίων της ανάπτυξης”»(Bookchin, 1989: 135). Στο έργο του Hakim Bey βρίσκουμε μία παρόμοια επιμονή: «συγκεντρώνουμε τη δύναμη μας σε προσωρινά “κύματα εξουσίας”, αποφεύγοντας όλα τα μπλεξίματα με “μόνιμες λύσεις”» (Bey, 2003: 101). Το ότι η εξουσία βρίσκεται παντού, και το ότι οι στρατηγικοί λεωφόροι της αλλαγής είναι ακατάλληλες, δεν σημαίνει και πως προτείνουμε ένα ξέσπασμα τυφλής αντίθεσης. Ενώ ο Bookchin προτείνει μία έρευνα για τα “αδύνατα σημεία”, ο May επιπρόσθετα προτείνει μία έρευνα για τα δυνατά σημεία, δηλαδή εκείνες τις συνδέσεις της εξουσίας που αλληλοενισχύονται, που “συντονίζονται” σε μεγαλύτερη έκταση του κοινωνικού ιστού, κι καταλήγουν να ενδυναμώνουν τις ασύμμετρες σχέσεις (May, 1994: 54). Μία προσέγγιση τακτικής, επομένως, προτείνει τόσο την εκμετάλλευση των πολλαπλών αδύνατων σημείων όσο και την αντίθεση σε συγκεκριμένες σχέσεις που έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις. Ωστόσο αυτές τις συνδέσεις δεν μπορούμε να τις προεικάσουμε, χρειάζεται να τις ανακαλύψουμε μέσω της παρέμβασης (May, 1994: 53). 6) |
| There are indeed tactics that are already extant within the contemporary anarchist milieu, which palpate and exploit the weak points and oppose the strong, but they are numerous such that an evaluation here cannot be exhaustive. Instead, I want to focus on a three broad examples that are indicative of this change in orientation: the exodus, non-violent direct action, and the creation of autonomous zones. An increasingly popular tactic that is part of the destructive moment of social transformation has been the Autonomist notion of the ‘exodus’ (Day, 2005: 210), also known as the ‘refusal to work’ (Black, 1991), ‘tactics of disappearance’ (Bey, 2003: 126), or simply ‘dropping out’ (crimethInc, 2006: 10). As the crimethInc journal Rolling Thunder argues: | Υπάρχουν όντως τακτικές οι οποίες ήδη υφίστανται μέσα στο σύγχρονο αναρχικό περίγυρο, που ψηλαφούν και εκμεταλλεύονται τα αδύνατα σημεία και αντιτίθενται στα δυνατά, αλλά είναι τόσο πολυάριθμες ώστε να είναι αδύνατη μία εξαντλητική εκτίμησή τους εδώ. Αντί για αυτό θα ήθελα να εστιάσω σε τρία ευρύτερα παραδείγματα που είναι ενδεικτικά αυτής της αλλαγής του προσανατολισμού: στην Έξοδο(exodus), στη μη-βίαιη άμεση δράση, και στη δημιουργία αυτόνομων ζωνών. Μία ολοένα και περισσότερο δημοφιλής τακτική που είναι μέρος της καταστρεπτικής ροπής του κοινωνικού μετασχηματισμού είναι η Αυτονομιστική έννοια της “Εξόδου” (Day, 2005: 210), γνωστής και ως “άρνηση για εργασία” (Black, 1991), “τακτικές της εξαφάνισης” (Bey, 2003: 126), ή απλά της “απόσυρσης” (crimethInc, 2006: 10). Όπως υποστηρίζει το περιοδικό Rolling Thunder της συλλογικότητας crimethInc: |
| > The system runs on the blood and sweat of our hijacked lives; the more we invest ourselves in surviving according to its terms, the more difficult it is to do otherwise. Seizing back time and energy from its jaws is the essence of and the precondition for any real resistance. The paralyzing commonsense notion that everyone, even the most radical of the radical, plays a role in the status quo hides the subversive possibility that all of us – even radicals – can refuse our roles (crimethInc, 2006). | > Το σύστημα λειτουργεί με το αίμα και τον ιδρώτα των κλεμμένων ζωών μας· όσο περισσότερο επενδύουμε τους εαυτούς μας στην επιβίωση σύμφωνα με τους όρους του, τόσο πιο δύσκολα είναι να κάνουμε διαφορετικά. Το να πάρουμε πίσω το χρόνο και την ενέργειά μας από τα σαγόνια του είναι η ουσία και η προϋπόθεση κάθε πραγματικής αντίστασης. Η παραλυτική συνειδητοποίηση της κοινή λογικής ότι ο καθένας, ακόμα και οι πλέον ριζοσπαστικοί των ριζοσπαστικών, διαδραματίζουν ένα ρόλο στο status quo, αποκρύβει την ανατρεπτική πιθανότητα όπου όλοι μας – ακόμα και οι ριζοσπαστικοί – μπορούμε να αρνηθούμε τους ρόλους μας (crimethInc, 2006). |
| The author goes on to ask, “how can we change society without deserting the ranks of those who maintain it?” (crimethInc, 2006: 13). Exodus is this notion of desertion. It is a recognition that it is through our everyday practices that relations of domination are produced, and it is a refusal, to the extent that is possible, to contribute further. Moreover, contrary to the strict Autonomist notion, exodus is more than a refusal to work, it is rather a refusal to engage in practices that constitute relations of domination in their totality. In the same Rolling Thunder journal, therefore, we see an article on the notion of a ‘gender dropout’: | Ο συγγραφέας συνεχίζει με το ρητορικό ερώτημα, «πώς μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να λιποτακτήσουμε από τις γραμμές αυτών που τη συντηρούν;» (crimethInc, 2006: 13) Η Έξοδος είναι αυτή η έννοια της λιποταξίας. Είναι μια αναγνώριση ότι οι σχέσεις κυριαρχίας αναπαράγονται μέσω των καθημερινών μας πρακτικών, και αποτελεί μια άρνηση περαιτέρω συνεισφοράς σε αυτές, στον βαθμό που είναι εφικτό. Επιπλέον, αντίθετα με την αυστηρή Αυτονομιστική σημασία της, η Έξοδος, περισσότερο από μία άρνηση της εργασίας, αποτελεί μάλλον μία ολική άρνηση για την εμπλοκή σε πρακτικές που θεσμίζουν σχέσεις κυριαρχίας. Παρεπόμενα, στο ίδιο τεύχος του Rolling Thunder, βλέπουμε ένα άρθρο πάνω στην έννοια της “απόσυρσης από το φύλο” (gender drop out): |
| > The gender system (which is wedded to sex) as I have experienced it is in no way consensual, and it contains some seriously fucked up power dynamics. What perpetuates this system is only us, and only our daily interactions. […] As we become de-construction workers, we make revolution – a gender evolution. (crimthInc, 2006: 24; emphasis added). | > Το σύστημα των φύλων (που είναι παντρεμένο με το sex) όπως το έχω βιώσει δεν είναι σε καμία περίπτωση συναινετικό, και περιέχει αρκετή γάμησέ-τα εξουσιαστική δυναμική. Το μοναδικό που διαιωνίζει αυτό το σύστημα είμαστε εμείς, και οι καθημερινές μας αλληλεπιδράσεις, και μόνο. […] Καθώς γινόμαστε εργάτες αποδόμησης, κάνουμε την επανάσταση – ανέλιξη(evolution) των φύλων (CrimthInc, 2006: 24; η έμφαση του συγγραφέα). |
| To be clear, this is not a simple inversion of existing categories, whether a valorisation of unemployment, a reversing of gender roles, or an insistence on deviant sexualities. To this latter aspect, for example, Judith Butler writes, “the affirmation of homosexuality is itself an extension of a homophobic discourse” (Butler, cited in Day, 2005: 88). Exodus is not a wholesale rejection of existing norms, seeking salvation merely in transgression, but instead a critical engagement with existing practices and the desertion of those deemed to constitute relations of domination.7) Individually such tactics are unlikely to have much effect, except to open up alternative spaces (which we shall cover shortly), but in line with contemporary insurrectionary anarchism the aim of such a tactic is its spread throughout the social terrain, to be a ‘general strike’ akin to that imagined by the anarcho-syndicalists, only more expansive in its refusal extending beyond the site of work. | Για να είμαστε ξεκάθαροι με αυτό, δε πρόκειται απλά για μία αντιστροφή των υπαρχουσών νορμών, ή για μία αξιοποίηση της ανεργίας, μία αντιστροφή των φυλετικών ρόλων, ή μία επιμονή στην αποκλίνουσα σεξουαλικότητα. Σε σχέση με την τελευταία αυτή πλευρά, η Judith Butler γράφει, «η αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας είναι από μόνη της μία επέκταση του ομοφοβικού λόγου» (Butler, όπως αναφέρεται στον Day, 2005: 88). Η Έξοδος δεν είναι μία συνολική απόρριψη των υπαρχουσών νορμών, αναζητώντας την σωτηρία στην παραβίασή τους, αλλά αντ' αυτού είναι μία κριτική συμπλοκή με τις υπάρχουσες πρακτικές και τη λιποταξία από αυτές που θεωρούνται ότι θεσμίζουν σχέσεις κυριαρχίας 8). Ατομικά τέτοιες τακτικές είναι απίθανο να έχουν μεγάλη επίδραση, παρά μόνο στο άνοιγμα εναλλακτικών χώρων (τους οποίους θα τους καλύψουμε σύντομα), αλλά ο σκοπός μίας τέτοιας τακτικής είναι, σε συμφωνία με το σύγχρονο εξεγερσιακό αναρχισμό, η διάχυσή της σε ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο, να γίνει μια “γενική απεργία” συγγενική με αυτό που φαντάστηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές, αποτελώντας όμως μια ευρύτερη άρνηση που επεκτείνεται πέρα από τον τόπο της εργασίας. |
| Sabotage of specific, central aspects of the material world, as well disruption of key practices, form another tactic that is primarily of the destructive moment; both form the generic tactic known as ‘non-violent direct action’.9) Tactics of sabotage have been deployed extensively in the radical ecological movement, to lesser extent in anti-militarist activity, and lesser still in workplace struggles. The radical ecological movement, oftentimes going under the generic ‘Earth Liberation Front’ banner, has, for example, destroyed mining equipment, burnt large construction projects encroaching on wilderness areas and dug up access roads to sites of ecological devastation. In anti-militarist struggle there has been destruction of military equipment such as tanks and jets stationed on military bases, and in workplace struggles there has been low-level sabotage of workplaces, especially during strikes. It is realised that each instance of sabotage is not enough in itself, but as part of a campaign of many such acts the aim is to cripple specific projects, or else cost them such that further efforts become unprofitable, an idea summed up in the common slogan ‘hit them where it hurts – direct action gets the goods’. Disruption forms the second, more popular, form of non-violent direct action. The specific instances of disruption are numerous, and include occupations of mining sites or military bases, large gatherings on central motorways – known as ‘Reclaim the Streets’ – and the paralysis of major cities, ‘lock-ons’ where people use custom-made arm-tubes or bike locks to secure themselves to crucial sites, and human blockades. Large-scale ‘shutdowns’ of the summits of the World Trade Organisation and the World Bank have been successful in deploying these tactics of disruption, and coordinating thousands of people through consensus organising and other horizontal organising methods, such as ‘spokescouncils’.10) These tactics of non-violent direct action aim to impede everyday practices deemed objectionable, to attack the specific localised instances of oppression in the realisation that there is no centre, and are of a nature that these resistant practices can be taken up by others. It is, as Richard Day has claimed, a ‘non-branded’ tactic, one that is taken up by a multitude of groups without overarching command, which “spread[s] in a viral way, with no one taking ownership or attempting to exercise control over how it is implemented” (Day, 2005: 19). | Το σαμποτάζ συγκεκριμένων κομβικών όψεων του υλικού κόσμου, καθώς και η διατάραξη καίριων πρακτικών του διαμορφώνουν μία άλλη τακτική που πρωταρχικά ανήκει στις καταστροφικές ροπές· διαμορφώνουν από κοινού τη γενική τακτική που είναι γνωστή ως “μη-βίαιη άμεση δράση”.11) Οι τακτικές του σαμποτάζ έχουν εφαρμοστεί εκτεταμένα στο ριζοσπαστικό οικολογικό κίνημα, σε μικρότερο βαθμό σε αντι-μιλατιριστικές δράσεις, και ακόμα λιγότερο σε εργασιακούς αγώνες. Το ριζοσπαστικό οικολογικό κίνημα, συχνά κάτω από τη σημαία του “Μετώπου της Απελευθέρωσης της Γης” (Earth Liberation Front), έχει για παράδειγμα καταστρέψει εξοπλισμό ορυχείων, έχει κάψει μεγάλα κατασκευαστικά έργα που καταπατούσαν άγριες περιοχές και έχει μπλοκάρει σκάβοντας δρόμους πρόσβασης σε τοποθεσίες οικολογικά υποβαθμισμένες. Στην αντι-μιλιταριστική πάλη έχει καταστραφεί στρατιωτικός εξοπλισμός όπως τανκς και τζετς σταθμευμένα σε στρατιωτικές βάσεις, και στο επίπεδο των αγώνων στον εργασιακό χώρο έχουν γίνει χαμηλής έντασης σαμποτάζ, ειδικά κατά τη διάρκεια απεργιών. Γίνεται κατανοητό ότι κάθε περίπτωση σαμποτάζ δεν είναι αρκετή από μόνη της, αλλά ως μέρος μίας ευρύτερης καμπάνιας πολλών τέτοιων δράσεων που σκοπό έχουν να διαλύσουν συγκεκριμένα σχέδια, ή να τους αυξήσει το κόστος ώστε η συνέχισή τους να αποβαίνει ζημιογόνος, μία ιδέα που μπορεί να συνοψιστεί στο σλόγκαν «χτύπα τους εκεί που πονάνε – η άμεση δράση φέρνει αποτελέσματα»(hit them where it hurts – direct action gets the goods). Η διατάραξη αποτελεί τη δεύτερη πιο δημοφιλή μορφή μη-βίαιης άμεσης δράσης. Οι διαφορετικές περιπτώσεις διατάραξης είναι πολυάριθμες, και περιλαμβάνουν τις καταλήψεις ορυχείων ή στρατιωτικών βάσεων, τις μεγάλες συγκεντρώσεις σε δρόμους αυξημένης κυκλοφορίας – γνωστών ως “Reclaim the Streets”- με αποτέλεσμα την παράλυση μεγάλων πόλεων, τα φράγματα “lock–ons” όπου με ειδικά διαμορφωμένους σωλήνες για τα χέρια ή κλειδαριές ποδηλάτων οι άνθρωποι “κλειδώνουν” με τα σώματά τους κρίσιμους τόπους, και το σχηματισμό ανθρώπινων φραγμάτων. Με την εφαρμογή τέτοιων τακτικών διατάραξης έχουν επιτευχθεί μεγάλης-κλίμακας διακοπές λειτουργίας των συνόδων κορυφής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, στις οποίες συντονίστηκαν χιλιάδες ανθρώπων οργανωμένοι με βάση τη συναίνεση και άλλες οριζόντιες οργανωτικές μεθόδους, όπως τις συνελεύσεις εκπροσώπων των ομάδων συγγένειας (spokescouncils).12) Οι τακτικές αυτές της μη-βίαιης άμεσης δράσης στοχεύουν στην παρακώλυση των καθημερινών πρακτικών που θεωρούνται απαράδεκτες, στην επίθεση ενάντια στις συγκεκριμένες τοπικές περιπτώσεις καταπίεσης, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει κέντρο και ότι από τη φύση τους οι πρακτικές αυτές αντίστασης μπορούν να αναληφθούν και από άλλους. Όπως έχει υποστηρίξει ο Richard Day, πρόκειται για “μη-κατοχυρωμένη” τακτική, μία που μπορεί να υιοθετηθεί από πλήθος ομάδων χωρίς εντολή από τα πάνω, η οποία «εξαπλώνεται σαν μεταδοτικός ιός, όπου κανένας δεν αναλαμβάνει την κυριότητά της, ούτε κανείς προσπαθεί να ασκήσει έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται» (Day, 2005: 19). |
| In both these tactics – dropping out, and moments of direct action – there is a latent constructive moment. Dropping out necessarily requires new relations to be established – with one another, and with the material world – so as to survive. Squatting, urban camping, pirate communes, urban/community gardens, shoplifting and ‘dumpster-diving’ are all widely practised. In addition, large-scale disruptive actions – Reclaim the Streets, paralysing cities, blockades, protest camps/occupations – also involve the creation of new situations, new relations, and new practices. Indeed, many have written of the transformative power of merely participating in such actions – successful or otherwise – and in this sense these destructive moments work to destabalise and create new subjectivities. Karen Goaman, for example, has drawn on the Russian theorist Mikhail Bakhtin and his notion of the ‘carnival’ to describe a number of large anarchist protests, wherein conditions are created that “offers the experience of utopian freedom, community and equality”, and where “the familiar is defamiliarised” (Goaman, 2004: 170-171).13) The anarchist writer Hakim Bey has also written on what he terms the ‘temporary autonomous zones’ that are created in these moments of resistance and, drawing explicitly from Deleuze and Guattari, he has celebrated them for their power to induce a form of “psychic nomadism” (Bey, 2003: 104). Moreover, there are similarities in these conceptions to the anarcho-syndicalist tendency and its emphasis on the transformation of workers through struggle, and similarly in the 1960s Situationist International’s practice of creating ‘situations’ defined as “a moment of life, concretely and deliberately constructed by the collective organization of unitary environment and the free play of events” (Situationist International, 1958). | Σε όλες αυτές τις τακτικές – στην απόσυρση και στις περιπτώσεις άμεσης δράσης – υπάρχει μία λανθάνουσα καταστροφική πλευρά. Για την επιβίωση, η απόσυρση απαιτεί αναγκαστικά την καθιέρωση νέων σχέσεων – μεταξύ των ανθρώπων αλλά και με τον υλικό κόσμο. Οι καταλήψεις στέγης, οι κατασκηνώσεις σε αστικό περιβάλλον, οι πειρατικές κομμούνες, οι αστικοί/κοινοτικοί κήποι, η κλοπή από τα μαγαζιά και η ρακοσυλλογή(‘dumpster-diving’) εφαρμόζονται ευρέως. Επιπρόσθετα, οι δράσεις διατάραξης μεγάλης-κλίμακας – τα Reclaim the streets, η παράλυση των πόλεων, τα οδοφράγματα, οι κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας – περιλαμβάνουν επίσης τη δημιουργία νέων καταστάσεων, νέων σχέσεων, και νέων πρακτικών. Όντως, αρκετοί έχουν γράψει για τη μετασχηματιστική δύναμη απλώς του να συμμετέχεις σε τέτοιες δράσεις – επιτυχημένες ή μη – και με μία έννοια αυτές οι στιγμές καταστροφής δουλεύουν για να αποσταθεροποιήσουν και να δημιουργήσουν νέες υποκειμενικότητες. Η Karen Goaman, για παράδειγμα, έχει αντλήσει από το Ρώσο θεωρητικό Mikhail Bakhtin την έννοια του “καρναβαλιού” για να περιγράψει ένα πλήθος μεγάλων αναρχικών διαδηλώσεων, μέσα στις οποίες οι συνθήκες που δημιουργούνται «προσφέρουν την εμπειρία της ουτοπικής ελευθερίας, της κοινότητας και της ισότητας» και όπου «το οικείο απο-οικειοποιείται» (Goaman, 2004: 170-171).14) Ο αναρχικός συγγραφέας Hakim Bey έχει επίσης γράψει για τις “προσωρινές αυτόνομες ζώνες” (temporary autonomous zones) που δημιουργούνται σε στιγμές αντίστασης, και αντλώντας ειδικά από τους Deleuze & Guattari, τις έχει υμνήσει για τη δύναμη τους να προκαλούν μία μορφή “ψυχικού νομαδισμού” (Bey, 2003: 104). Επιπλέον, υπάρχουν ομοιότητες σε αυτές τις έννοιες με την αναρχοσυνδικαλιστική τάση και την έμφαση που αυτή έδινε στο μετασχηματισμό των εργατών μέσω της πάλης, και παρομοίως με την πρακτική της Καταστασιακής Διεθνούς τη δεκαετία του 60 για τη δημιουργία “καταστάσεων”, που ορίζονται ως «μία στιγμή ζωής, δομημένη συγκεκριμένα και σκόπιμα από τη συλλογική οργάνωση ενός ενιαίου περιβάλλοντος και ενός παιχνιδίσματος γεγονότων» (Situationist International, 1958). |
| More substantially constructive again are the tactics varyingly referred to as permanent or semi-permanent autonomous zones (PAZ/SPAZ), social centres, and ‘pirate communes’. The previous tactics are characterised by post-anarchism’s emphasis on prefiguration, but it is in the creation of autonomous zones that prefiguration reaches its zenith. As Richard Day writes, autonomous zones, in spite of their limits, “provide an island of achieved social change, a place where the revolution has actually happened, if only for a few, if only for a short time” (Day, 2005: 163). Clearly, this is a rejection of the classical anarchist notion of power that provided no escape from the apparatus of the State so long as it imposed its order upon society, where its efficacy was total. Rather, the creation of autonomous zones embraces the notion of power as decentred, which has as its underside the insistence that, no matter how totalising a system might be it can never achieve its ambition – there will always be holes, margins and fissures. This tactic is a reclamation of space and time – and in this sense autonomous zones are destructive, containing an element of the insurrectionary model – and simultaneously they are the creation of alternative relations, and thus alternative subjectivities. The contemporary Italian insurrectionary school writes, | Πιο ουσιαστικές εποικοδομητικές τακτικές είναι εκείνες που είναι γνωστές ως μόνιμες ή σχετικά μόνιμες αυτόνομες ζώνες. [permanent or semi-permanent autonomous zones (PAZ/SPAZ) ], τα κοινωνικά κέντρα και οι “πειρατικές κομμούνες” Οι προηγούμενες τακτικές χαρακτηρίζονται από μία μετα-αναρχική έμφαση στην προεικόνιση, αλλά είναι στη δημιουργία αυτόνομων ζωνών όπου η προεικόνιση φτάνει στο ζενίθ της. Όπως γράφει ο Richard Day, οι αυτόνομες ζώνες, παρά τα όρια τους, «παρέχουν ένα νησί επιτυχούς κοινωνικής αλλαγής, έναν τόπο όπου η επανάσταση έχει συμβεί πραγματικά, αν και για λίγους, αν και για μικρό χρονικό διάστημα» (Day, 2005: 163). Ξεκάθαρα, αυτή είναι μία απόρριψη της κλασικής αναρχικής έννοιας της εξουσίας που δεν παρείχε καμία διαφυγή από το μηχανισμό του Κράτους όσο αυτό επέβαλλε την τάξη του πάνω στην κοινωνία, όπου η δραστικότητα του ήταν ολοκληρωτική. Η δημιουργία αυτόνομων ζωνών μάλλον αγκαλιάζει την έννοια της εξουσίας ως αποκεντρωμένης, που έχει ως κάτω πλευρά του την επιμονή ότι, όσο ολοκληρωτικό και αν είναι ένα σύστημα ποτέ δεν μπορεί να πετύχει τη φιλοδοξία του – πάντα θα υπάρχουν τρύπες, περιθώρια και ρωγμές. Η τακτική αυτή είναι μία επανοικειοποίηση του χώρου και του χρόνου – και με αυτή την έννοια οι αυτόνομες ζώνες θα είναι καταστροφικές, περιέχοντας ένα στοιχείο του εξεγερσιακού μοντέλου – και ταυτόχρονα είναι η δημιουργία εναλλακτικών σχέσεων, και επομένως εναλλακτικών υποκειμενικοτήτων. Η σύγχρονη Ιταλική σχολή της εξέγερσης γράφει, |
| > Only by upsetting the imperatives of time and social space will it be possible to imagine new relations and surroundings. The old philosopher said one can only desire on the basis of what one knows. Desires can only change if one changes the life that produces them. Let’s be clear about this: rebellion against the organisation of time and space is a material and psychological necessity (Anonymous, c.1985). | > Μόνο ανατρέποντας τις προσταγές του χρόνου και του χώρου θα είναι δυνατό να φανταστούμε νέες σχέσεις και περίγυρους. Ο παλιός φιλόσοφος είπε πως κάποιος μπορεί να επιθυμήσει μόνο στη βάση αυτών που γνωρίζει. Οι επιθυμίες μπορούν να αλλάξουν μόνο εάν κάποιος αλλάξει τη ζωή που τις παράγει. Ας είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό: η εξέγερση ενάντια στην οργάνωση του χρόνου και του χώρου είναι μια υλική και ψυχολογική αναγκαιότητα (Ανώνυμου, περί τα 1985). |
| The notion of autonomous spaces has been most widely practised in Italy in their ‘social centre’ movement which emerged during the 1970s. In the early years of that decade the Italian revolutionary left had been forming ‘comitati di quartiere’, or neighbourhood councils, to complement the workers’ councils that had already developed. In Milan the first social centre was established, known as the Leoncavallo centre, through the occupation of an abandoned building and was consequently used for the community provision of a library, a medical clinic and a pre-school. It became a loci of the radical community: anarchists set up a printing press, theatre groups operated out of it, and a women’s-only space was created (Day, 2005: 40). The social centre movement quickly spread across Italy in spite of government repression and a number of assassinations by the far right, and the model has also been adopted internationally. As with all experiments, however, the risk of new practices of domination emerging must be constantly guarded against. Some recent commentators have criticised the reduced militancy of the movement of recent times, and that the social centres have been coopted and “are integrated into metropolitan society of the spectacle […] in a certain way they function as a business, internally they are like a cooperative that organises shows and offers them to the public for a certain price in order to finance themselves” (Anonymous interview, όπως αναφέρεται στον Day, 2005: 41). A similar creation of autonomous spaces occurred following the Argentinean economic crisis in 2001, where a number of the resulting unemployed coordinated across the country and came to form a movement known as the ‘piqueteros’. In addition to the widespread blockading of motorways in protest at their poverty, the movement – which was decentralised, and horizontally federated – formed neighbourhood assemblies, community bakeries, gardens, clinics and water purification centres in what were previously shantytowns, and have supported the occupation and expropriation of a number of workplaces (Day, 2005: 42). The aim in the creation of such autonomous spaces as a tactic of revolutionary change must be the experimentation and full development of practices concomitant with an ethics of freedom, and simultaneously an attempt so as to spread the tactic throughout the wider social terrain. | Η έννοια των αυτόνομων χώρων έχει εφαρμοστεί ευρέως στην Ιταλία στο κίνημα των “κοινωνικών κέντρων” που εμφανίστηκε κατά την περίοδο του '70. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας η ιταλική επαναστατική αριστερά είχε διαμορφώσει τα συμβούλια της γειτονιάς ή “comitati di quartiere” για να συμπληρώσει τα εργατικά συμβούλια των εργατών τα οποία είχαν ήδη αναπτυχθεί. Στο Μιλάνο το πρώτο κοινωνικό κέντρο, γνωστό ως το κέντρο του Leoncavallo, ιδρύθηκε μέσω της κατάληψης ενός εγκαταλελειμμένου χτίσματος και έπειτα χρησιμοποιήθηκε για την παροχή κοινοτικής βιβλιοθήκης, ιατρικής κλινικής και ενός παιδικού σταθμού. Έγινε ο τόπος της ριζοσπαστικής κοινότητας: οι αναρχικοί έστησαν ένα τυπογραφείο, θεατρικές ομάδες λειτούργησαν γύρω από αυτό, και δημιουργήθηκε ένας χώρος μόνο για γυναίκες (Day, 2005: 40). Το κίνημα των κοινωνικών κέντρων γρήγορα εξαπλώθηκε στην Ιταλία παρά την κυβερνητική καταστολή και έναν αριθμό δολοφονιών από την άκρα δεξιά, ενώ το μοντέλο υιοθετήθηκε επίσης διεθνώς. Όπως συμβαίνει με όλα τα πειράματα όμως, χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση για τον κίνδυνο να εμφανιστούν νέες πρακτικές κυριαρχίας. Κάποιοι πρόσφατοι σχολιαστές έχουν επικρίνει την μειωμένη μαχητικότητα του κινήματος στις μέρες μας, και το ότι τα κοινωνικά κέντρα έχουν διαφθαρεί και πως «είναι ενσωματωμένα στη μητροπολιτική κοινωνία του θέαματος […] κατά μια έννοια λειτουργούν ως μια επιχείρηση, εσωτερικά μοιάζουν με μια κοοπερατίβα που οργανώνει θεάματα και τα προσφέρει στο κοινό για μία τιμή με σκοπό να αυτοχρηματοδοτηθεί» (Συνέντευξη ανώνυμου, όπως αναφέρεται στον Day, 2005: 41). Μία παρόμοια δημιουργία αυτόνομων χώρων συνέβηκε μετά την οικονομική κρίση της Αργεντινής το 2001, όπου ένας αριθμός από αυτούς που έμειναν άνεργοι συντονίστηκαν σε όλη τη χώρα ώστε κατάφεραν να διαμορφώσουν το γνωστό κίνημα των “piqueteros”. Πέρα από το εκτεταμένο μπλοκάρισμα των αυτοκινητόδρομων ως διαμαρτυρία για την φτώχειας τους, το κίνημα αυτό – το οποίο ήταν αποκεντρωμένο και είχε οριζόντια ομοσπονδιακή οργάνωση – διαμόρφωσε συνελεύσεις γειτονιών, κοινοτικά αρτοποιεία, κήπους, κλινικές και κέντρα καθαρισμού του νερού στις μέχρι πρότινος παραγκουπόλεις, και υποστήριξε την κατάληψη και την επανοικειοποίηση αρκετών χώρων εργασίας (Day, 2005: 42). Ο σκοπός κατά τη δημιουργία τέτοιων αυτόνομων χώρων ως τακτική για την επαναστατική αλλαγή πρέπει να είναι ο πειραματισμός και η πλήρη ανάπτυξη πρακτικών συνακόλουθων με μία ηθική της ελευθερίας, και ταυτόχρονα να γίνεται απόπειρα για τη εξάπλωση της τακτικής προς ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. |
| The contemporary insurrectionary tradition is based heavily around the notion of ‘social war’. They stress, however, that this is not war as traditionally conceived: “The force of insurrection is social, not military. […] No role [ie. the guerrilla], no matter how much it puts one at risk in terms of the law, can take the place of the real changing of relations. There is no short cut, no immediate leap into the elsewhere. The revolution is not a [traditional] war” (Anonymous, c.1985). Rather, it is an everyday practice, combining the destructive and constructive moments, engaging in numerous and multifarious tactics, experimenting and rebelling. In this sense, the social war is a break from the notion of State peace and instead, in accordance with a Stirnerite and Nietzschean conception of social relations as force, it is a constant battle against certain relations and the creation of others. | Η σύγχρονη εξεγερσιακή παράδοση βασίζεται κύρια πάνω στην έννοια του “κοινωνικού πολέμου”. Τονίζουν ωστόσο ότι αυτός δεν είναι ένας παραδοσιακός πόλεμος: «Η δύναμη της εξέγερσης είναι κοινωνική όχι στρατιωτική […] Κανένας ρόλος [πχ του αντάρτη], όσο και αν ρισκάρει με ποινικούς όρους, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματική αλλαγή των σχέσεων. Δεν μπορούμε να “κόψουμε” δρόμο, ούτε να πηδήξουμε άμεσα στο αλλού. Η επανάσταση δεν είναι ένας [παραδοσιακός] πόλεμος» (Ανώνυμου, περί τα 1985). Είναι μάλλον μία καθημερινή πρακτική, όπου συνδυάζονται οι καταστροφικές με τις εποικοδομητικές ροπές, όπου συμπλέκονται πολυάριθμες και πολυσχιδείς τακτικές, πειραματισμού και εξέγερσης. Με αυτή την έννοια, ο κοινωνικός πόλεμος συνιστά μία ρήξη με την έννοια της “κοινωνικής ειρήνης”, και σύμφωνα με μία Στιρνερική και Νιτσεϊκή αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως δυνάμεις, είναι μία αδιάκοπη μάχη ενάντια σε συγκεκριμένες σχέσεις για τη δημιουργία άλλων. |
| What this constructive moment looks like will inevitably differ from person to person, and from community to community; indeed it must! There are some final comments, however, worth making in light of recent ecological developments. While classical anarchism, much like classical Marxism, revelled in the notion of progress, in technological development, and a ‘post-scarcity’ future, there has been a growing trend on the radical left towards a kind of primitivism, one that, in the least, envisions a radically new form of industrialism and, more often, a non-industrial society. Critiques such as these have been advanced by Jacques Camatte and Fredy Perlman during the 1980s, and were originally based around the effects industrialism had for social organisation, ranging from imposing a strict division of labour, imposing technical and often political hierarchies, and imposing forms of mass society that limited personal and community autonomy (Millet, 2004: 90). More recent critiques have, in addition, focused on the effects of global warming, peak oil and topsoil depletion – all of which threaten to impose a radically reduced form of industrialism irrespective of human endeavour. Such non-industrial visions necessarily impact upon tactics that incorporate a significant constructive moment. An interview with the editors of a North American anarchist journal A Murder of Crows, for example, writes: | Η εποικοδομητική αυτή στιγμή φαίνεται αναπόφευκτα να διαφέρει από άτομο σε άτομο και από κοινότητα σε κοινότητα· και όντως έτσι πρέπει! Υπάρχουν ακόμα κάποια τελικά σχόλια, που αξίζουν ωστόσο να γίνουν στο φως των πρόσφατων οικολογικών αναπτύξεων. Ενώ ο κλασικός αναρχισμός, όπως και ο κλασικός μαρξισμός, γλεντοκοπάει στην έννοια της προόδου, στην τεχνολογική ανάπτυξη, και σε ένα μέλλον μετα-σπάνης, υπήρξε ένα διαρκώς αυξανόμενο ρεύμα στη ριζοσπαστική αριστερά προς ένα είδος πρωτογονισμού, που στο ελάχιστο, οραματίζεται μία ριζικά νέα μορφή εκβιομηχάνισης ή και πιο συχνά μία μη-βιομηχανική κοινωνία. Κριτικές αυτού του είδους έχουν προωθηθεί από τον Jacques Camatte και τον Fredy Perlman κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 και βασιζόταν αρχικά στις επιδράσεις που είχε η εκβιομηχάνιση για την κοινωνική οργάνωση, ξεκινώντας από την επιβολή μίας αυστηρής διαίρεσης της εργασίας, σε τεχνικές και συχνά πολιτικές ιεραρχίες, μέχρι και την επιβολή μορφών της μαζικής κοινωνίας που περιόριζαν την προσωπική και την κοινοτική αυτονομία (Millet, 2004: 90). Πιο πρόσφατες κριτικές έχουν, πρόσθετα, εστιάσει στις επιδράσεις της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, την εξάντληση των εδαφών και των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, τα οποία απειλούν να επιβάλουν μία ριζικά μειωμένη μορφή βιομηχανισμού ασχέτως της ανθρώπινης προσπάθειας. Τέτοιες μη-βιομηχανικές θεωρήσεις προσκρούουν αναγκαστικά πάνω στις τακτικές που ενσωματώνουν σημαντικά μια εποικοδομητική πλευρά. Μία συνέντευξη με τους εκδότες του Βορειοαμερικανικού αναρχικού περιοδικού A Murder of Crows, γράφει, |
| > You’ve got to think that cities, towns, suburbs, etc. are a product of specific relations; therefore if we’re talking about total transformation, our living spaces are going to require complete transformation as well (A Murder of Crows, 2007). | >Πρέπει να σκεφτείτε ότι οι μεγαλουπόλεις, οι πόλεις, τα προάστια κλπ είναι το προϊόν συγκεκριμένων σχέσεων̒ και επομένως το αν μιλάμε για ένα συνολικό μετασχηματισμό, οι χώροι στους οποίους ζούμε θα χρειαστούν να μετασχηματιστούν ολοκληρωτικά επίσης (A Murder of Crows, 2007). |
| The transformation of social relations, therefore, necessarily entails a transformation of the material world, including such foundational aspects as the separation of rural and urban space, and attempts towards the realisation of such visions must find their way into the constructive moments of anarchist practice. | Επομένως ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων αναγκαστικά συνεπάγεται το μετασχηματισμό του υλικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένων θεμελιωδών πλευρών όπως ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αστικό και αγροτικό χώρο, και οι προσπάθειες προς την πραγματοποίηση αυτών των οραμάτων πρέπει να βρουν το δρόμο τους σε εποικοδομητικές στιγμές της αναρχικής πρακτικής. |
| Tactics, rather than strategy, thus becomes the preoccupation of post-anarchism. Exodus, direct action, and the establishment of ‘autonomous’ areas collectively seek to extend those tendencies consonant with practices of freedom, and to fight against and withdraw from those deemed constituting of relations of domination, of asymmetric power relations. This ‘social war’ seeks to create and extend fissures of space and time, and open them up as spaces of becomingminor, of constant and critical experimentation, so as to radically change sedimented practices, subjectivities and the material organisation of our world. A mass of experiments, as opposed to mass experiments, and the decentred and viral spread of such techniques is sought rather than the centralised or directed forms of resistance of classical emancipatory theories.15) | Οι τακτικές, παρά η στρατηγική, γίνονται επομένως η συνεχής έγνοια του μετα-αναρχισμού. Η έξοδος, η άμεση δράση και η εγκαθίδρυση “αυτόνομων” περιοχών επιδιώκουν συλλογικά να επεκτείνουν εκείνες τις τάσεις που συμφωνούν με τις πρακτικές της ελευθερίας, και να παλέψουν ενάντια και μακριά από εκείνες που θεωρούνται συστατικές των σχέσεων κυριαρχίας, των ασύμμετρων σχέσεων εξουσίας. Αυτός ο “κοινωνικός πόλεμος” αναζητά να δημιουργήσει και να επεκτείνει τα ρήγματα του χώρου και του χρόνου, και να τα ανοίξει ως χώρους του γίγνεσθαι- ελάσσονος (becoming- minor) του αδιάκοπου και κριτικού πειραματισμού, έτσι ώστε να αλλάξουν ριζικά τις πρακτικές κατακάθια, τις υποκειμενικότητες και την υλική οργάνωση του κόσμου μας. Μία μάζα πειραμάτων, σε αντίθεση με τα μαζικά πειράματα, και η αποκεντρωμένη και διάχυτη διάδοση τέτοιων τεχνικών είναι προτιμότερη από συγκεντρωτικές ή κατευθυνόμενες μορφές αντίστασης των κλασικών απελευθερωτικών θεωριών16). |