| ===== III. Insurrection, Prefiguration and Social War ===== | ===== III. Εξέγερση, Προεικόνιση και Κοινωνικός Πόλεμος ===== |
| >…you must trust in non-unified, incoherent, non-hegemonic forces for social change, because hegemonic forces cannot produce anything that will look like change to you at all. | >…πρέπει να εμπιστεύεστε τις μη ενοποιημένες, τις χωρίς συνάφεια, τις μη ηγεμονικές δυνάμεις για την κοινωνική αλλαγή, αφού οι ηγεμονικές δυνάμεις δε μπορούν να παράγουν το παραμικρό που θα μπορούσε να σας μοιάζει με αλλαγή. |
| >– Richard Day, Gramsci is Dead | >– Richard Day, Gramsci is Dead |
| WE HAVE COME TO A NEW CONCEPTION of the revolutionary subject as a becoming, as an orientation of revolt and experimentation guided by an ethics against domination. Similarly, we have arrived at a notion of revolution as an open-ended process that seeks not a cataclysmic change of degree, but widespread change of kind in the realisation and deepening of freedom as a practice, as a particular arrangement of power relations. The precise nature of this becoming, often known simply as resistance but more appropriately termed as anarchist practice, requires both destructive and constructive moments. We shall see in this exploration that our new conception of power no longer allows us the grand strategies of classical anarchism and Marxism, and rather a turn towards multifarious and decentred tactics is required, which when taken as a whole can be characterised as a ‘social war’. Drawing from contemporary anarchist practice, we shall then look at a number of tactics already extant that are useful in shedding light on post-anarchist social transformation. | ΕΧΟΥΜΕ ΦΤΑΣΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ του επαναστατικού υποκειμένου ως ένα γίγνεσθαι, ως ένα προσανατολισμό προς την εξέγερση και τον πειραματισμό καθοδηγούμενο από μία ηθική ενάντια στην κυριαρχία. Ομοίως, έχουμε φτάσει σε μια έννοια της επανάστασης ως μιας διαδικασίας χωρίς τέλος που δεν επιδιώκει την κατακλυσμική αλλαγή σε ποσότητα αλλά την εκτεταμένη ειδοποιό αλλαγή στην πραγμάτωση και στην εμβάθυνση της ελευθερίας ως πρακτικής, ως μίας συγκεκριμένης διάταξης των σχέσεων εξουσίας. Η ακριβής φύση αυτού του γίγνεσθαι, το οποίο συνήθως το γνωρίζουμε απλώς ως αντίσταση αν και καταλληλότερα ορίζεται ως αναρχική πρακτική, απαιτεί ροπές τόσο καταστροφικές όσο και εποικοδομητικές. Σε αυτήν την εξερεύνηση θα δούμε ότι η νέα μας αντίληψη για την εξουσία πλέον δε μας επιτρέπει τις μεγάλες στρατηγικές του κλασικού αναρχισμού και του Μαρξισμού, αλλά μάλλον απαιτείται να στραφούμε σε πολυσχιδείς και αποκεντρωμένες τακτικές, οι οποίες όταν λαμβάνονται ως σύνολο, μπορούν να χαρακτηριστούν ως “κοινωνικός πόλεμος”. Αντλώντας από τις σύγχρονες αναρχικές πρακτικές, θα δούμε έναν αριθμό υφιστάμενων τακτικών που είναι χρήσιμες στο να διαφωτίσουμε τον μετα-αναρχικό κοινωνικό μετασχηματισμό. |
| ==== Historical Tendencies of Anarchist Resistance ==== | ==== Ιστορικές Τάσεις της Αναρχικής Αντίστασης ==== |
| First, however, it shall prove useful to consider the historical strategies of anarchist resistance. There has never been an anarchist programme as such, but it is possible to delineate three general tendencies in anarchist practice: insurrectionary anarchism, anarcho-syndicalism, and evolutionary anarchism.1) The insurrectionary model of anarchist transformation is the oldest. It can be seen in much of the anarchist writing around the Paris commune, was attempted unsuccessfully by the Italian anarchist Errico Malatesta in the late 19th century (Marshall, 1993: 347), and is implicit in much of the ‘propaganda of the deed’ anarchist bombings of the 1890s (Marshall, 1993: 437). It was most successfully realised, however, in the Russian revolution of 1917 by the Mahknovshchina. The Mahknovshchina was an anarchist army, led by Nestor Mahkno, which fought a war centred in the Ukraine against the nationalist ‘whites’ at first and later, upon their betrayal, against the Bolshevik Red Army until its ultimate defeat in 1921 to the Bolsheviks. At its height the army consisted of as many as 15,000 troops (Marshall, 1993: 474). The army was of a traditional structure, organised hierarchically and centralised under Mahkno’s command, but was committed to encouraging ‘liberated territories’ to organise themselves. That is, upon expelling nationalist or Bolshevik military units from Ukrainian areas the army refused to involve itself further in the administration of those territories. The insurrectionary model was in many ways Kropotkin’s notion of revolution, removing the ‘yoke’ of the State so as to unleash the autonomous organisation of the people. The Ukraine was a unique situation, however, as much of the country was dominated by a peasant form of social organisation and Russian control of the Ukraine was only of a spectacular nature, where military outposts only loosely imposed State order. Thus, with the dissolution of Russian control, the Ukrainian peasants returned to a form of social organisation that had, for the most part, persisted despite Russian colonisation. This insurrectionary model has many similarities to the contemporary Zapatista movement in Chiapas, Mexico, which began with a short-lived uprising in 1994. Here we also find a traditionally organised army, positioned under the control of the Zapatista communities which have attempted, for the most part, to bring back traditional, indigenous forms of social organisation (see Ross, 2000). | Πρώτα, ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να λάβουμε υπόψη μας τις ιστορικές στρατηγικές της αναρχικής αντίστασης. Ποτέ δεν υπήρξε κάποιο αναρχικό πρόταγμα, ως τέτοιο, αλλά είναι δυνατό να σκιαγραφηθούν τρεις γενικές τάσεις στην πρακτική των αναρχικών: εξεγερτικός αναρχισμός, αναρχο-συνδικαλισμός και εξελικτικός αναρχισμός.2) Το εξεγερσιακό μοντέλο του αναρχικού μετασχηματισμού είναι το παλιότερο. Μπορούμε να το δούμε σε πολλά αναρχικά κείμενα σχετικά με τη Παρισινή κομμούνα, το αποπειράθηκε ανεπιτυχώς ο Ιταλός αναρχικός Errico Malatesta στο τέλος του 19ου αιώνα (Marshall, 1993: 347), και υπονοείται σε μεγάλο μέρος της “προπαγάνδας δια των πράξεων” των αναρχικών βομβιστών της δεκαετίας του 1890 (Marshall, 1993:437). Υλοποιήθηκε με τη μεγαλύτερη επιτυχία όμως, στη Ρωσική επανάσταση του 1917 από τους Μαχνοβίτες. Οι Mαχνοβίτες ήταν ένας αναρχικός στρατός, με ηγέτη τον Nestor Mahkno, που πολέμησαν στην Ουκρανία εναντίον των “λευκών” εθνικιστών αρχικά και αργότερα, μετά την προδοσία τους, ενάντια στο Μπολσεβίκικο Κόκκινο Στρατό μέχρι την τελειωτική τους ήττα, το 1921, από τους Μπολσεβίκους. Στις δόξες του ο στρατός αποτελούνταν από περίπου 15.000 στρατιώτες (Marshall, 1993:474), είχε παραδοσιακή δομή, οργανωμένος ιεραρχικά και συγκεντρωτικά υπό τις διαταγές του Mahkno, αλλά ήταν αφοσιωμένος στο να παροτρύνει τις “απελευθερωμένες περιοχές” να αυτοοργανώνονται. Δηλαδή, αφού έδιωχνε από τις Ουκρανικές περιοχές τις εθνικιστικές ή τις Μπολσεβίκικες στρατιωτικές μονάδες, ο στρατός αρνούνταν να αναμιχθεί περαιτέρω στη διοίκηση αυτών των περιοχών. Το εξεγερσιακό μοντέλο ήταν, από πολλές απόψεις, η έννοια που έδινε ο Κροπότκιν στην επανάσταση, του να διώχνεις το “ζυγό” του κράτους έτσι ώστε να αφήνεις ελεύθερη την αυτόνομη οργάνωση των ανθρώπων. Η Ουκρανία , ωστόσο, υπήρξε μοναδική περίπτωση καθώς μεγάλο τμήμα της χώρας διοικούνταν από μία κοινωνική οργάνωση αγροτικού τύπου και ο ρωσικός έλεγχος στην Ουκρανία ήταν καθαρά επιδεικτικός καθώς η Κρατική εντολή επιβαλλόταν μόνο χαλαρά από τα μεθοριακά στρατιωτικά φυλάκια. Έτσι, με τον τερματισμό του Ρωσικού ελέγχου οι Ουκρανοί αγρότες επέστρεψαν σε έναν τύπο κοινωνικής οργάνωσης της οποίας μεγάλο μέρος είχε “επιζήσει” παρά των Ρωσικό αποικισμό της. Αυτό το εξεγερσιακό μοντέλο έχει μεγάλες ομοιότητες με το σύγχρονο κίνημα των Ζαπατίστας στην πολιτεία Chiapas του Μεξικού, το οποίο δημιουργήθηκε μέσα από μία βραχύβια εξέγερση το 1994. Εδώ επίσης βρίσκουμε έναν παραδοσιακά οργανωμένο στρατό, ο οποίος τελούσε υπό τις εντολές των κοινοτήτων των Ζαπατίστας οι οποίες επιχείρησαν, ως επί το πλείστον, να επαναφέρουν τους παραδοσιακούς, τοπικούς τύπους κοινωνικής οργάνωσης (δες Ross,2000). |
| While the insurrectionary model placed its emphasis on the destructive moment of social transformation, the evolutionary tendency instead placed significant emphasis on the constructive moment, in the building of anarchist organisations and institutions as a means towards social transformation. Such schemes include Proudhon’s cooperative banks that were set up, and quickly failed, in 1848 (Marshall, 1993: 244), the widespread anarchist and modern school movement set up by Francisco Ferrer in the early twentieth century (Ward, 2004: 55), to the commune movements of the 1970s. The aim of these institutions was to simultaneously create new, more liberatory practices and new subjectivities. The latter aspect – being especially important in ‘deschooling’, for example – had been emphasised from as early as the turn of the nineteenth century by William Godwin, and strove to create people both desiring of freedom and capable of relating as such (Marshall, 1993: 212). Despite the apparent innocuousness of the evolutionary model, however, the newly founded institutions faced risks of their own, namely integration into the State. For the most part the projects were fully legal, choosing instead to challenge just one aspect of contemporary practices, and it was this concordance with remaining hegemonic practices that put them at particular risk of integration or cooptation into the State, such that their ‘success’ paradoxically meant failure of their initial goals. In any case, despite the modern school movement and the brief fascination with the commune movement of the 1970s, the evolutionary model has always been a subdued tendency in anarchist practices of resistance. | Ενώ το εξεγερσιακό μοντέλο εστίασε στις καταστροφικές στιγμές του κοινωνικού μετασχηματισμού, η εξελικτική τάση έδωσε σημαντική έμφαση στις εποικοδομητικές στιγμές, στο χτίσιμο αναρχικών οργανώσεων και θεσμών ως μέσων για το κοινωνικό μετασχηματισμό. Τέτοιου είδους εγχειρήματα περιλαμβάνουν τις συνεργατικές τράπεζες του Proudhon που συστήθηκαν, και πολύ γρήγορα απέτυχαν, το 1948 (Marshall, 1993: 244), το ευρύτατα διαδεδομένο μοντέρνο και αναρχικό σχολικό κίνημα που δημιουργήθηκε από τον Francisco Ferrer στις αρχές του εικοστού αιώνα (Ward, 2004: 55), και τα κινήματα των καταλήψεων της δεκαετίας του 1970. Ο σκοπός αυτών των θεσμών ήταν να δημιουργήσουν νέες, περισσότερο απελευθερωτικές πρακτικές, και ταυτόχρονα, νέες υποκειμενικότητες. Η τελευταία προοπτική – πολύ σημαντική, για παράδειγμα, στην “αντι-εκπαίδευση” – είχε επισημανθεί από τις αρχές του 19ου αιώνα από τον William Godwin, και έγκειται στην πάλη για τη δημιουργία ανθρώπων που θα λαχταρούσαν την ελευθερία τους και θα είχαν την ικανότητα να λειτουργούν σε αυτή. Παρότι το εξελικτικό μοντέλο φαινόταν ακίνδυνο, οι νέοι του θεσμοί αντιμετώπισαν του δικούς τους κινδύνους, και συγκεκριμένα, την ενσωμάτωση στο Κράτος. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, τα εγχειρήματα ήταν απολύτως νόμιμα και επέλεγαν να αναμετρηθούν με μόνο μία από τις τρέχουσες πρακτικές, και ήταν αυτή ακριβώς η συνταύτιση με τις υπόλοιπες ηγεμονικές πρακτικές που τα έβαζε στον ιδιαίτερο κίνδυνο της ενσωμάτωσης ή της προσχώρησης στο Κράτος, κατά τρόπο τέτοιον που η “επιτυχία” τους, παραδόξως, να σηματοδοτεί την αποτυχία των αρχικών τους στόχων. Σε κάθε περίπτωση, παρά το μοντέρνο σχολικό κίνημα και τη σύντομη γοητεία του κινήματος των καταλήψεων το 1970, το εξελικτικό μοντέλο υπήρξε πάντα μία καθυποταγμένη τάση ανάμεσα στις αναρχικές πρακτικές της αντίστασης. |
| The most clearly articulated tendency in anarchist resistance has been anarcho-syndicalism. Anarcho-syndicalism reached its zenith during what is popularly known as the Spanish Civil War of 1936-1939, with large areas of the province of Catalonia organised, if only briefly, into rural communes and self-managed industries. The tactics involved were a form of revolutionary trade unionism. The idea was to “form the new world in the shell of the old”, which involved forming a decentralised and federated union, the Confederación Nacional del Trabajo (CNT), fomenting workers’ discontent, building confidence in taking action against their working conditions, and also training and preparing workers for taking over and self-managing the means of production following the great ‘general strike’. When the leftist Popular Front succeeded in the 1936 national elections, the right, led by General Franco, organised a coup and rose up in rebellion. In Catalonia, preparations by the CNT had already been made for such an eventuality, and before soldiers stationed in the region were deployed as part of the coup they were disarmed by anarchist militias. Urban anarchist workers put into effect their workplace training and began self-management of their workplaces while rural communities, too, experimented with a number of forms of organisation ranging from full libertarian communism to collectivism.3)4) Though the civil war dragged on until 1939, anarchist forms of organising were only briefly realised in initial months after the coup, until Republican and Communist forces coupled with the cooption of influential anarchists began reinstituting Republican, as opposed to anarchist, order (for anarchist involvement in the civil war, see Peirats, 1998; Bookchin, 1998). | Η σαφέστερη τάση της αναρχικής αντίστασης υπήρξε ο αναρχοσυνδικαλισμός. Έφτασε στο ζενίθ του κατά τη διάρκεια αυτού που είναι ευρέως γνωστός ως ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1936-1939, κατά τον οποίο μεγάλες περιοχές της επαρχίας της Καταλονίας οργανώθηκαν, έστω και για λίγο, σε αγροτικές κομμούνες και σε αυτοδιευθυνόμενες βιομηχανίες. Η τακτική που ακολουθήθηκε ήταν μία μορφή επαναστατικού συνδικαλισμού. Η ιδέα ήταν «να πλάσουμε ένα νέο κόσμο στο κέλυφος του παλιού», κάτι που συμπεριλάμβανε το σχηματισμό μίας αποκεντρωμένης, ομόσπονδης ένωσης, την Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT), την υποδαύλιση της δυσφορίας των εργατών, ενδυναμώνοντας την αυτοπεποίθησή τους ώστε να αντιδρούν ενάντια στις εργασιακές τους συνθήκες, και την εκπαίδευση και την προετοιμασία των εργατών να αναλάβουν και να αυτοδιαχειριστούν τα μέσα παραγωγής ύστερα από τη μεγάλη “γενική απεργία”. Όταν το αριστερό Λαϊκό Μέτωπο κέρδισε τις εθνικές εκλογές του 1936, η δεξιά με αρχηγό τον Στρατηγό Franco, οργάνωσε πραξικόπημα και ξεσήκωσε αντεπανάσταση. Στην Καταλονία είχαν ήδη γίνει προετοιμασίες από την CNT για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου ενδεχόμενου και έτσι οι στρατιώτες που στάθμευαν στην περιοχή αφοπλίστηκαν από αναρχικές πολιτοφυλακές πριν καν πάρουν θέσεις για το πραξικόπημα. Οι αναρχικοί εργάτες των πόλεων χρησιμοποίησαν την επαγγελματική τους εκπαίδευση και άρχισαν την αυτοδιοίκηση των χώρων εργασίας τους ενώ και οι αγροτικές κοινότητες πειραματίστηκαν με διάφορες μορφές οργάνωσης που ποίκιλαν από τον άκρως ελευθεριακό κομμουνισμό έως τον κολεκτιβισμό.5)6) Αν και ο εμφύλιος πόλεμος κράτησε έως το 1939, μόνο κατά τους πρώτους μήνες μετά το πραξικόπημα πραγματώθηκαν αναρχικές μορφές οργάνωσης, ώσπου οι Δημοκρατικές και οι Κομμουνιστικές δυνάμεις σε συνδυασμό με την προσχώρηση αναρχικών με επιρροή, να αρχίσουν να επαναθεσμοθετούν την Κοινοβουλευτική, σε αντιδιαστολή με την αναρχική, τάξη πραγμάτων (για την ανάμιξη των αναρχικών στον εμφύλιο, δείτε Peirats, 1998: Boochin, 1998). |
| There are a number of evaluations that can be made about these historical tendencies of anarchist resistance. The insurrectionary model has only been successful in those areas that have not been subject to the full penetration of the state-form into practices of everyday life, and thus where alternative practices have survived. The degree to which these alternative practices are liberatory, however, is not in any way guaranteed. In addition this model, as essentially Kropotkinian, retains a view of power as top-down, as suppressive, and as emanating from a central source – in this case the nationalist or Bolshevik military. Moreover there is a great risk in the centralisation of coercive and violent forces within the insurrectionary army as opposed to, for example, the decentralised and horizontal organisation of the anarchist militias during the Spanish Civil War. The full success of the revolution in the insurrectionary model necessarily means the dissolution of the insurrectionary army; such a feat, however, is akin to the ‘withering away of the State’ and must be treated with the greatest of suspicion. The insurrectionary model is therefore based on the recognition that destruction is a necessary aspect to social transformation, but is limited only to this moment. Its opposite, the evolutionary tendency, focuses instead only on the constructive moment of social change such that its newly-created institutions, for the most part, are forced to work in accordance with hegemonic practices. The evolutionary tendency does, however, emphasise the role of everyday life in the reconstitution of power, that there is a need to change practices in the present and not ‘after the revolution’, and that social transformation requires the construction of alternative subjectivities against those presently in existence through contracting new relations. Anarcho-syndicalism, perhaps, integrates these destructive and constructive moments best, seeking to oppose existing relations of work, to build new subjectivities through everyday struggle, and to create new institutions through workplace preparation, training, and in the organisation of the CNT. Its crucial failing in respect to this discussion, however, is in its almost exclusive focus on workers. In Spain this included extensive valorisation of workers qua workers, an emphasis on a strong work ethic, and a privileging of the site of production. Other forms of domination were largely ignored, though the Mujeres Libres (free women) was set up during the war to tackle the extensive sexism in Spanish society at the time (Ackelsberg, 2005). | Μπορούμε να κάνουμε ένα πλήθος εκτιμήσεων για αυτές τις ιστορικές τάσεις της αναρχικής αντίστασης. Το εξεγερσιακό μοντέλο πέτυχε μόνο σε εκείνες τις περιοχές που δε γνώρισαν την ολοκληρωτική διείσδυση του κρατικού μορφώματος στις πρακτικές της καθημερινότητας, και συνεπώς, μόνο όπου εναλλακτικές πρακτικές είχαν επιζήσει. Ο βαθμός ωστόσο που οι πρακτικές αυτές θα είναι όντως απελευθερωτικές, δεν είναι καθόλου εγγυημένο. Επιπροσθέτως, αυτό το μοντέλο, όντως ουσιαστικά Κροποτκινιανικό, διατηρεί την οπτική της εξουσίας ως καθετοποιημένης (από-την-κορυφή-προς-τη-βάση), καταπιεστικής, και απορρέουσας από μια κεντρική πηγή – σε αυτήν την περίπτωση, τον εθνικιστικό ή το Μπολσεβίκικο στρατό. Επίσης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος από τον συγκεντρωτισμό των καταναγκαστικών και βίαιων δυνάμεων στον αντάρτικο στρατό, σε αντιδιαστολή, για παράδειγμα, με την αποκεντρωμένη και οριζόντια οργάνωση των αναρχικών πολιτοφυλακών κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου Πολέμου. Για την ολοκληρωτική επιτυχία της επανάστασης του εξεγερσιακού μοντέλου απαιτείται η διάλυση του αντάρτικου στρατού… τέτοιο κατόρθωμα όμως παρομοιάζει με τον “μαρασμό του Κράτους” 7) και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη μεγαλύτερη καχυποψία. Το εξεγερσιακό μοντέλο επομένως βασίζεται στην παραδοχή πως η καταστροφή είναι απαραίτητη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό αλλά περιορίζεται μόνο σε αυτή της την στιγμή. Το αντίθετο μοντέλο, η εξελικτική τάση, εστιάζει μόνο στην εποικοδομητική ροπή της κοινωνικής αλλαγής, έτσι ώστε οι νέοι θεσμοί της να υποχρεώνονται να λειτουργούν, κατά το πλείστον, σε συμφωνία με ηγεμονικές πρακτικές. Η εξελικτική τάση, ωστόσο, δίνει έμφαση στο ρόλο της καθημερινής ζωής στην επαναθέσμιση της εξουσίας, υποστηρίζοντας πως υπάρχει ανάγκη αλλαγής των πρακτικών του παρόντος και όχι “μετά την επανάσταση”, καθώς και πως ο κοινωνικός μετασχηματισμός απαιτεί τη σύνθεση εναλλακτικών υποκειμενικοτήτων ενάντια στις υπάρχουσες, μέσω της σύναψης νέων σχέσεων. Ο αναρχοσυνδικαλισμός, ίσως, ενσωματώνει τόσο τις καταστρεπτικές όσο και τις δημιουργικές ροπές, επιδιώκοντας να αντιπαρατεθεί στις υπάρχουσες εργασιακές σχέσεις, κατασκευάζοντας νέες υποκειμενικότητες μέσα από τον καθημερινό αγώνα, και δημιουργώντας νέους θεσμούς μέσα από την προετοιμασία και την εκπαίδευση στους εργασιακούς χώρους και με την οργάνωση στην CNT. Η κύρια αποτυχία, σε όσα αφορούν αυτή τη μελέτη, είναι ωστόσο η σχεδόν αποκλειστική εστίασή του στον εργάτη. Στην Ισπανία αυτή περιλάμβανε την τεχνητή αναβάθμιση των εργατών ως τέτοιους, την έμφασή του σε μια ισχυρή εργατική ηθική, και την προνομιακή αντιμετώπιση των χώρων παραγωγής. Οι άλλες μορφές κυριαρχίας στην πλειονότητά τους αγνοήθηκαν, αν και κατά τη διάρκεια του πολέμου στήθηκε το κίνημα Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες) για να αντιμετωπίσει τον εκτεταμένο σεξισμό στην Iσπανική κοινωνία της εποχής εκείνης (Ackelsberg, 2005). |