I. Classical Anarchism and the A Priori that Haunts

===== I. Classical Anarchism and the A Priori that Haunts ===== ===== I. Ο Κλασικός Αναρχισμός και το A Priori που Στοιχειώνει =====

p1.1

> Either the State for ever, crushing individual and local life, taking over in all fields of human activity, bringing with it its wars and its domestic struggles for power, its palace revolutions which only replace one tyrant by another, and inevitably at the end of this development there is … death! > Είτε το Κράτος θα υπάρχει για πάντα, συντρίβοντας την ατομική και την τοπική ζωή, καταλαμβάνοντας όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, κουβαλώντας τους πολέμους του και τις εμφύλιες διαμάχες του για την εξουσία, και τις “επαναστάσεις” των ανακτόρων του όπου ο ένας τύραννος αντικαθιστά τον άλλο, και αναπόφευκτα στο τέλος αυτής της διαδρομής να βρίσκεται… ο θάνατος!

p1.2

> Or the destruction of States, and new life starting again in thousands of centres on the principle of the lively initiative of the individual and groups and that of free agreement. > Είτε η καταστροφή των Κρατών, και νέα ζωή να ξεκινά σε χιλιάδες επίκεντρα βασισμένη στην αρχή της ζωογόνας πρωτοβουλίας των ατόμων και των ομάδων, και σε αυτήν της μεταξύ τους ελεύθερης συμφωνίας.

p1.3

> The choice lies with you! > Η επιλογή είναι δική σου!

p1.4

> – Peter Kropotkin, The State. > – Peter Kropotkin, Το Κράτος.

p1.5

GLIMPSES OF THE ANARCHIST PROJECT have been articulated throughout history, in the philosophy of Lao Tzu from the sixth century BCE, to the Greek Stoics of the third century BCE, the Diggers and Ranters of the seventeenth century English revolution and the Énrages of the French revolution (Marshall, 1993). More importantly, the anarchist condition has likely been in continual existence in varying forms for at least the last 40,000 years of human history, and is realised contemporaneously, for example, in the social organisation of the Piaroa who live along the tributaries of Orinoco, the Tiv living along the Benue River in central Nigeria and among those living in Highland Madagascar (Graeber, 2004: 26-28). The formal conception of the anarchist project, however, arose amidst the early socialist movements throughout Europe in the eighteenth century, both as an organic expression – or contempt, rather – against the State and its forces, and simultaneously as a conscious political project articulated by early writers such as William Godwin, Max Stirner and Pierre-Joseph Proudhon. Indeed, it was the latter who was the first to use the term ‘anarchist’ and inverse its popular meaning, declaring that ‘anarchy is order’. Also known as libertarian socialism, anarchism focused crucially on the need for both economic and political freedom, insisting that “freedom without socialism is privilege and injustice, and that socialism without freedom is slavery and brutality” (Dolgoff, 1980: 269). In achieving prominence during the nineteenth century, however, it necessarily came to heads with the contending school of socialism led by Karl Marx. ΦΕΥΓΑΛΕΕΣ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΟΣ αρθρώνονται σε ολόκληρη την ιστορία, από τη φιλοσοφία του Λάο Τσε τον 6ο π.χ αιώνα, στους Έλληνες Στωικούς του τρίτου π.χ αιώνα, στους Diggers και τους Ranters της Αγγλικής επανάστασης του 17ου αιώνα, και στους Énrages της Γαλλικής Επανάστασης (Marshall, 1993). Ακόμη σημαντικότερο είναι πως τουλάχιστον για τα τελευταία 40.000 χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας η αναρχική κατάσταση είναι πολύ πιθανό να εμφανίζεται διαρκώς με διάφορες μορφές, και για παράδειγμα σήμερα πραγματοποιείται στην κοινωνική οργάνωση των Piaroa που ζουν κατά μήκος των παραπόταμων του Ορεινόκο, των Tiv που ζουν κατά μήκος του Νίγηρα ποταμού (Benue River) στην κεντρική Νιγηρία, και ανάμεσα σε εκείνους που ζουν στα Υψίπεδα της Μαδαγασκάρης (Highland Madagascar) (Graeber, 2004: 26-28). Η τυπική σύλληψη του αναρχικού προτάγματος, αναδύεται ωστόσο μέσω των σοσιαλιστικών κινημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη τον δέκατο όγδοο αιώνα, τόσο ως μία οργανική έκφραση – ή προτιμότερα περιφρόνηση – ενάντια στο Kράτος και τις δυνάμεις του, και ταυτόχρονα ως ένα συνειδητό πολιτικό πρόταγμα, που αρθρώνεται από συγγραφείς όπως οι William Godwin, ο Max Stirner και ο Pierre-Joseph Proudhon. Ο τελευταίος ήταν αυτός που χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο “αναρχικός” και ανέστρεψε το διαδεδομένο του νόημα, διακηρύσσοντας ότι «η αναρχία είναι τάξη». Ο αναρχισμός, γνωστός επίσης και ως ελευθεριακός σοσιαλισμός, εστίασε κύρια στην ανάγκη οικονομικής και πολιτικής ελευθερίας, επιμένοντας ότι «ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό οδηγεί σε προνόμια και αδικία, ενώ σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι σκλαβιά και βαρβαρότητα» (Dolgoff, 1980: 269). Ωστόσο, προκειμένου να καταφέρει να διακριθεί κατά το δεκατο ένατο αιώνα, χρειάστηκε να αντιπαρατεθεί με την ανταγωνιστική σχολή του σοσιαλισμού με ηγέτη τον Karl Marx.

p1.6

At the 1872 meeting at The Hague of what would later come to be known as the First International, Marx, as a member of the General Council, managed to arrange the expulsion of the influential anarchist Mikhail Bakunin, precipitating the end of the organisation and the birth of the historic divide between Marxism and anarchism (May, 1994: 45). While the debate within the First International was vitriolic and personal at times, the political dispute was fundamental to the differences between the two socialisms, namely a question of the State and the process of revolutionary transformation. Marx understood economic forces and the relations of production as central to determining the structure of society, including all historical, cultural and political phenomena. The apparent autonomy of this latter aspect, and specifically the State, was in reality a result of a particular mode of production. Thus, in classical Marxism, the State becomes a tool of the bourgeoisie and an apparatus that is apparently neutral, determined by the governing class interests.1) The question of revolution therefore becomes one of economic ascendancy, as the rise of the proletariat over and against the bourgeoisie in a dictatorship of the proletariat that would no longer embody particularistic class interests, but would instead be a universal State given the role of the proletariat as the universal class. In this struggle, the State becomes a means with which the proletariat achieves this ascendancy, and the dictatorship of the proletariat – as a transitional period – remains in place until class domination is entirely abolished. Without class domination, the need for political domination similarly disappears and thus the State withers away, realising the endpoint of historical development in communism (Newman, 2001: 24). Στη συνάντηση του 1872 στη Χάγη, που θα γίνει αργότερα γνωστή ως η Πρώτη Διεθνής, ο Μάρξ ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου, κατάφερε να δρομολογήσει την αποβολή του σημαίνοντα αναρχικού Michail Bakunin, επισπεύδοντας το τέλος της οργάνωσης και τη γέννηση της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα σε Μαρξισμό και αναρχισμό (May, 1994: 45). Ενώ η συζήτηση μέσα στην Πρώτη Διεθνή ήταν οξύτατη και κάποιες στιγμές προσωπική, η πολιτική διαμάχη ήταν θεμελιώδης ανάμεσα στις διαφορές των δύο σοσιαλισμών και συγκεκριμένα στο ζήτημα του Κράτους και της εξέλιξης του επαναστατικού μετασχηματισμού. Ο Marx κατανοούσε τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις ως καίριες για τον καθορισμό της δομής της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και όλων των ιστορικών, πολιτιστικών και πολιτικών φαινομένων. Η φαινομενική αυτονομία της προηγούμενης αυτής αναλογίας, και ειδικότερα του Κράτους, ήταν στην πραγματικότητα ένα αποτέλεσμα του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Επομένως στον κλασικό Μαρξισμό, το Κράτος αποτελεί ένα εργαλείο των αστών και ένα μηχανισμό που είναι φαινομενικά ουδέτερος, προσδιοριζόμενος από τα συμφέροντα της κυβερνώσας κοινωνικής τάξης.2) Το ζήτημα της επανάστασης επομένως σχετίζεται με αυτό της οικονομικής υπεροχής, του προλεταριάτου επάνω και ενάντια στην αστική τάξη, κατά την άνοδο του σε μία δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία δεν θα ενσαρκώνει πλέον συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα, αλλά αντί για αυτό θα είναι ένα καθολικό Κράτος δίνοντας στο προλεταριάτο το ρόλο της καθολικής τάξης. Στην πάλη αυτή, το Κράτος γίνεται ένα μέσο με το οποίο το προλεταριάτο πετυχαίνει την υπεροχή του, και η δικτατορία του προλεταριάτου – μία μεταβατική περίοδος – παραμένει ώσπου η ταξική κυριαρχία να καταργηθεί ολοκληρωτικά. Χωρίς την ταξική κυριαρχία εξαφανίζεται η ανάγκη για πολιτική κυριαρχία και επομένως το Κράτος μαραίνεται, πραγματώνοντας το τελικό σημείο της ιστορικής εξέλιξης στον κομμουνισμό (Newman, 2001: 24).

p1.7

The anarchist critique recognised the economic reductionism of Marxism as unsatisfactory and, with regards to revolutionary change, as dangerous. Anarchism recognised the State not as a mere instrument of class interests, but fundamentally as a form of domination in itself replete with its own specific interests. Bakunin, therefore, announced that “whoever says State necessarily says domination, and, consequently, slavery” (Bakunin, 2005: 195). The strength of this domination differed little between States, between democracies or otherwise, and central to the anarchist critique was a rejection of representation and universal suffrage, both deemed as farcical. This was, firstly, a rejection that the sheer differences among the people could be represented in the unity of the State, or that the representatives could better know the people than they knew themselves. Thus Proudhon could ask, “But why might the honourable bourgeoisie who make up the middle class have a better grasp of my true interests than I do?” (Proudhon, 2005: 92). It was secondly, and more substantially, a rejection of representation as in any way embodying the will of the people, declaring instead that it was “a lie that shrouds the despotism of the leading minority” (Bakunin, 2005: 195). In the dispute with Marx, however, it was a third aspect – the corrupting role of power – that was central. Those who took positions within the State, no matter from which class they came, were treated with the greatest suspicion, as corrupted by the trappings of privilege and power. Thus, the dictatorship of the proletariat was attacked primarily in that the necessary representation, of the proletariat by members of the proletariat, would only reproduce the oppressive mechanisms of the State: Η αναρχική κριτική αναγνώρισε τον οικονομικό αναγωγισμό του Μαρξισμού ως μη ικανοποιητικό, και επικίνδυνο σε σχέση με την επαναστατική αλλαγή. Ο αναρχισμός αναγνώρισε το Κράτος όχι ως ένα απλό εργαλείο των ταξικών συμφερόντων, αλλά θεμελιωδώς ως μία μορφή κυριαρχίας καθαυτής εφοδιασμένης με τα δικά της συγκεκριμένα συμφέροντα. Γι' αυτό και ο Bakunin διακήρυξε το «όποιος μιλάει για Κράτος αναγκαστικά μιλάει για κυριαρχία, και κατά συνέπεια, για σκλαβιά» (Bakunin, 2005: 195). Η δύναμη αυτής της κυριαρχίας διέφερε λίγο ανάμεσα σε Κράτη, ανάμεσα σε δημοκρατίες ή διαφορετικά συστήματα, και κεντρική στην αναρχική κριτική ήταν η απόρριψη της αντιπροσώπευσης και του καθολικού δικαιώματος της ψήφου, οι οποίες θεωρήθηκαν ως φάρσες. Αυτό οφείλεται καταρχήν σε μια απόρριψη του επιχειρήματος πως οι παρεκκλίνουσες διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους μπορούν να εκπροσωπηθούν μέσω της ενότητας του Κράτους, ή ότι οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να ξέρουν καλύτερα τους ανθρώπους από ο,τι ήξεραν οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Έτσι ο Proudhon μπορούσε να ρωτήσει «Αλλά πως γίνεται να μπορούν οι τιμημένοι αστοί, που αποτελούν την μεσαία τάξη, να αντιλαμβάνονται τα αληθινά μου συμφέροντα καλύτερα από εμένα;» (Proudhon, 2005: 92). Σε δεύτερο πλάνο, και πιο ουσιωδώς, σήμαινε την απόρριψη της αντιπροσώπευσης ως ενσάρκωσης της γενικής θέλησης των ανθρώπων, δηλώνοντας αντιθέτως πως επρόκειτο για «ψέμα που θωράκιζε το δεσποτισμό μίας άρχουσας μειονότητας» (Bakunin, 2005: 195). Ωστόσο στη διαμάχη με το Marx υπήρχε και μία ακόμα πλευρά κεντρικής σημασίας, αυτή του διαβρωτικού ρόλου της εξουσίας. Εκείνοι που λάμβαναν θέσεις μέσα στο Κράτος, ανεξάρτητα από ποια τάξη προερχόταν, αντιμετωπιζόταν με τη μεγαλύτερη καχυποψία, ως διεφθαρμένοι από τις παγίδες των προνομίων και της εξουσίας. Επομένως, η δικτατορία του προλεταριάτου δεχόταν επίθεση με κύριο επιχείρημα ότι η αναγκαστική αντιπροσώπευση των προλετάριων από μέλη του προλεταριάτου απλά θα αναπαρήγαγε τους καταπιεστικούς μηχανισμούς του Κράτους:

p1.8

> [The representatives,] the Marxians argue, will be made up of workers. Yes, to be sure, of former workers who, as soon as they become the people’s governors and representatives, will stop being workers and will begin to look down upon the proletariat from the heights of the State: they will represent, not the people, but themselves and their ambitions to govern it (Bakunin, 2005: 195). > [Οι αντιπρόσωποι,] υποστηρίζουν οι Μαρξιστές, θα αποτελούνται από εργάτες. Ναι, σίγουρα, από πρώην εργάτες, οι οποίοι μόλις γίνουν κυβερνήτες και αντιπρόσωποι του λαού, θα πάψουν να είναι εργάτες, και θα αρχίσουν να κοιτάζουν αφ' υψηλού το προλεταριάτο από τα υψώματα του Κράτους: θα αντιπροσωπεύουν, όχι όμως το λαό, αλλά τους εαυτούς τους και τις φιλοδοξίες τους να τον κυβερνήσουν (Bakunin, 2005: 195).

p1.9

The anarchist position, therefore, was both a rejection of the oppressive mechanisms of the State qua State, and a rejection that the State or centralisation, even merely as a transitionary phase, could provide the means towards realising freedom. With regards to revolutionary struggle, means were required to be consonant with ends and it was considered that “freedom [could] only be conjured up by freedom, that is to say, by uprising by the entire people and by free organisation of the toiling masses from the bottom up” (Bakunin, 2005: 196). Thus, as opposed to the Marxist strategy of the pursuit and capture of State power – whether through revolution or reform – the classical anarchist project advocated the immediate destruction of the State and Capitalism, and the necessity for revolutionary organisation to be strictly egalitarian. The reasons for this position, we must be clear, were strategic, and were based on the recognition that structures of power only led to greater excesses of power, not less. Επομένως η αναρχική θέση ήταν τόσο η απόρριψη των καταδυναστευτικών μηχανισμών του Κράτους ως τέτοιου, όσο και η απόρριψη του Κράτους ή του κεντρικού σχεδιασμού, ακόμα και ως μίας μεταβατικής φάσης που θα μπορούσε να παρέχει τα μέσα για την πραγματοποίηση της απελευθέρωσης. Σε ότι αφορούσε την επαναστατική πάλη, τα μέσα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τους σκοπούς και θεωρούσε ότι «η απελευθέρωση [μπορεί] να έρθει μόνο από την ελευθερία, δηλαδή με τον ξεσηκωμό ολόκληρου του λαού και μέσα από την ελεύθερη οργάνωση από τα κάτω προς τα πάνω των εργαζόμενων μαζών» (Bakunin, 2005: 196). Επομένως το κλασικό αναρχικό εγχείρημα, αντιτιθέμενο στη Μαρξιστική στρατηγική της επιδίωξης της κατάληψης του Κράτους- είτε μέσω της επανάστασης είτε μέσω της μεταρρύθμισης – συνηγορούσε στην άμεση καταστροφή του Κράτους και του Καπιταλισμού, και στην ανάγκη για μία επαναστατική οργάνωση αυστηρά εξισωτική. Οι λόγοι αυτής της θέσης, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως ήταν στρατηγικοί, και βασιζόντουσαν στην παραδοχή πως οι δομές της εξουσίας οδηγούσαν μόνο σε περισσότερες καταχρήσεις της εξουσίας, όχι σε λιγότερες.

p1.10

Despite rejecting the economic reductionism of Marxism, classical anarchism tended to commit the same error, locating instead in the State, or a State-Capital hybrid, the source of social domination and authority within society.3) That is, the entirety of authority and social domination tended to be reduced to the mechanisms of the State, substituting “the opposition between capital and labour [to] that between the State and civil society. Capital, as foil and scapegoat, is replaced by the State, that cold monster whose limitless growth ‘pauperises’ social life…” (Donzelot, cited in Newman, 2001: 47). Thus, seemingly disparate struggles – against wage slavery, war, colonisation – achieved a universalism in the struggle against the State, and instances of social domination in everyday life were viewed as effects of forces originating in the State. Moreover, the State was conceived as an apparatus that existed as distinct and transcendent to ‘the masses’, but which could nonetheless ensnare them and come to act as a “yoke” upon the otherwise autonomous organisation of the people: Παρά την απόρριψη του οικονομικού αναγωγισμού του Μαρξισμού, ο κλασικός αναρχισμός έτεινε να διεξάγει το ίδιο λάθος, τοποθετώντας στο Κράτος, ή σε ένα υβρίδιο Κράτους-Κεφαλαίου, την πηγή της κοινωνικής κυριαρχίας και εξουσίας μέσα στην κοινωνία.4) Δηλαδή, έτεινε να ανάγει την εξουσία και την κοινωνική κυριαρχία στην ολότητά τους στους μηχανισμούς του Κράτους, αντικαθιστώντας «την αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία με αυτήν ανάμεσα στο Κράτος και την κοινωνία των πολιτών. Το Κεφάλαιο ως προσχηματικό και ως αποδιοπομπαίος τράγος, αντικαθίσταται από το Κράτος, το χρυσό τέρας που η απεριόριστη ανάπτυξή του εξαθλιώνει την κοινωνική ζωή…» (Donzelot, όπως αναφέρεται στον Newman, 2001: 47). Επομένως, φαινομενικά ανόμοιοι αγώνες – ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά, στον πόλεμο, στην αποικιοκρατία – πέτυχαν έναν οικουμενισμό στην πάλη ενάντια στο Κράτος, και περιπτώσεις της κοινωνικής κυριαρχίας στην καθημερινή ζωή θεωρούνταν ως αποτελέσματα των δυνάμεων που πηγάζουν από το Κράτος. Επιπλέον, το Κράτος γινόταν αντιληπτό ως ένας μηχανισμός που υπήρχε διακριτός και υπερβατικός ως προς τις “μάζες”, αλλά που παρόλα αυτά τις σαγήνευε και κατέληγε να δράσει ως “ζυγός” πάνω στην κατά άλλα αυτόνομη οργάνωση των ανθρώπων:

p1.11

> Beneath the apparatus of government, under the shadow of its political institutions, society was slowly and silently producing its own organisation, making for itself a new order which expressed its vitality and autonomy (Bakunin, cited in Guerin, 1970: 41). > Κάτω από το μηχανισμό της κυβέρνησης, κάτω από τη σκιά των πολιτικών της θεσμών, η κοινωνία αργά και σιωπηλά παρήγαγε τη δική της οργάνωση, δημιουργώντας για τον εαυτό της μία νέα τάξη, η οποία εξέφραζε την ζωτικότητα και την αυτονομία της (Bakunin, όπως αναφέρεται στον Guerin, 1970: 41).

p1.12

With this understanding of power, the revolutionary project becomes a conceptually simple matter, as Kropotkin as written: Με την κατανόηση της εξουσίας ως τέτοιας, το επαναστατικό πρόταγμα καταλήγει εννοιλογικά απλή υπόθεση, όπως έγραφε ο Κροπότκιν:

p1.13

> Overthrow the State and the federated society will sprout from its ruins, truly one, truly indivisible, but free and expanding in solidarity by virtue of that very freedom (Kropotkin, 2005: 310). > Ανατρέψτε το Kράτος και η ομοσπονδοποιημένη κοινωνία θα αναπτυχθεί από τα συντρίμμια της, αληθινά μία, πραγματικά αδιαίρετη, αλλά ελεύθερη και επεκτεινόμενη με αλληλεγγύη λόγω ακριβώς αυτής της της ελευθερίας (Kropotkin, 2005: 310).

p1.14

We can thus identify two key assumptions about the operations of power. This is, firstly, a conception of power as working top-down, with a singular transcendental point of origin from which all authority emanates. Secondly, power is suppressive, denying the autonomous organisation of society. Επομένως μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο βασικές εικασίες σχετικά με τη λειτουργία της εξουσίας. Η πρώτη αναφέρεται σε μία έννοια της εξουσίας που λειτουργεί από τα πάνω προς τα κάτω, με ένα ιδιάζον υπερβατικό σημείο προέλευσης από το οποίο προέρχεται όλη της η δικαιοδοσία. Και βάση της δεύτερης, η εξουσία είναι καταπιεστική, αρνούμενη την αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας.

p1.15

Contrary to Marxism, the industrial proletariat as the universal class is not deemed the principal revolutionary subject in anarchism, precisely because the economic mode of production is no longer considered determinate. The revolutionary subject in classical anarchism, rather, is the much broader notion of those outside of power, outside of the State. Even while suppressed under the yoke of the State, the masses remain uncorrupted by the trappings of power and thus come to form a pure place of resistance (Newman, 2001: 47). Anarchism’s revolutionary subject is the expansive notion of ‘the people’, ‘the masses’, the exploited and oppressed, and includes the general poor, the unemployed, the proletariat, and the peasants from which the autonomous organisation of society and the full unleashing of the creativity of masses originates. Indeed, there is often a valorisation of the oppressed, or what Nietzsche disapprovingly declared as anarchism’s retention of the ‘slave morality’ (Koch, 2004: 49). There is, moreover, a strong humanism prevalent throughout classical anarchism, asserting that within humanity lies an essential desire, ability and inclination towards cooperation, egalitarian relations and a general sociability that awaits only to be set free. Of this latent potentiality, Kropotkin writes: Αντίθετα από το Μαρξισμό, το βιομηχανικό προλεταριάτο ως η οικουμενική τάξη δε θεωρείται στον αναρχισμό το κύριο επαναστατικό υποκείμενο, ακριβώς επειδή ο οικονομικός τρόπος της παραγωγής δε θεωρείται πλέον ως καθοριστικός. Το επαναστατικό υποκείμενο στον κλασικό αναρχισμό, μάλλον είναι μια περισσότερο διευρυμένη έννοια που περιλαμβάνει αυτούς που βρίσκονται εκτός της εξουσίας και του Κράτους. Ακόμα και αν καταπιέζονται κάτω από το ζυγό του Κράτους, οι μάζες συνεχίζουν να μην διαφθείρονται από τις παγίδες της εξουσίας και επομένως σχηματίζουν ένα ανόθευτο πεδίο αντίστασης (Newman, 2001: 47). Το επαναστατικό υποκείμενο του αναρχισμού είναι η εκτεταμένη έννοια του “λαού”, των “μαζών”, των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων, και συμπεριλαμβάνει το γενικά φτωχό, τον άνεργο, το προλεταριάτο, και τους χωρικούς, από τους οποίους προέρχεται η αυτόνομη οργάνωση της κοινωνίας και εξαπολύεται η δημιουργικότητα των μαζών. Πραγματικά, συχνά γίνεται μία τεχνητή αναβάθμιση των καταπιεσμένων, ή αυτό που ο Nietzsche δήλωνε αποδοκιμαστικά ως συντήρηση από τον αναρχισμό της “ηθικής των δούλων” (Koch, 2004: 49). Υπάρχει επίσης, ένας ισχυρός ανθρωπισμός επικρατών μέσα στον κλασικό αναρχισμό, που διαβεβαιώνει πως μέσα στην ανθρωπότητα βρίσκεται μία ουσιώδης επιθυμία, ικανότητα και ροπή προς τη συνεργασία, τις σχέσεις ισονομίας και μίας γενικής κοινωνικότητας, που απλά περιμένει να απελευθερωθεί. Για αυτήν τη λανθάνουσα προοπτική, ο Κροπότκιν γράφει:

p1.16

> [We] are persuaded that the great majority of mankind, in proportion to their degree of enlightenment and the completeness with which they free themselves from existing fetters will behave and act always in a direction useful to society (Kropotkin, cited in May, 1994: 64; emphasis added) > «[Είμαστε] πεπεισμένοι ότι η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, σε αναλογία με το βαθμό διαφωτισμού τους και την πληρότητα με την οποία απελευθερώνουν τον εαυτό τους από τα υπάρχοντα δεσμά, πάντα θα συμπεριφερθούν και θα δράσουν προς μία κατεύθυνση χρήσιμη στην κοινωνία» (Kropotkin, όπως αναφέρεται στον May, 1994: 64, η υπογράμμιση του συγγραφέα).

p1.17

This insistence of an essential human desire towards cooperation, and the complementary suppressive assumption about power, are fundamental both to the classical anarchist conceptualisation of the social and of revolutionary transformation; indeed, these assumptions have been described by Todd May as the a priori of anarchism (May, 1994: 65). Η επιμονή αυτή της ουσιώδης ανθρώπινης επιθυμίας για συνεργασία, και η συμπληρωματική υπόθεση της καταπίεσης για την εξουσία, είναι και οι δυο τους θεμελιώδεις στην αναρχική εννοιοθέτιση του κοινωνικού και του επαναστατικού μετασχηματισμού. Όντως, αυτές οι υποθέσεις έχουν περιγραφεί από τον Todd May ως το a priori του αναρχισμού.(May, 1994: 65).

p1.18

The ability to conceive of an ‘outside’ of power, in absence of or beyond the reach of the State, makes the positive conception of freedom quite unproblematic. As the etymology of anarchism suggests – literally, ‘in absence of authority’ – freedom is the natural condition towards which humans are inclined when relieved of the burden of the State. We see, therefore, that the potentially painful deliberations on the nature of freedom, and the necessary introduction of ethics, are largely avoided, bypassed instead by anarchism’s humanist naturalism (May, 1994: 63). Η ικανότητα του να αντιληφθούμε ένα “εκτός” της εξουσίας, σε απουσία ή πέρα από την εμβέλεια του Κράτους, επιτρέπει μία δίχως προβληματισμούς θετική αντίληψη της ελευθερίας. Όπως υπαινίσσεται και η ετυμολογία του αναρχισμού – κυριολεκτικά “η απουσία αρχής” - η ελευθερία είναι η φυσική κατάσταση προς την οποία τείνουν οι άνθρωποι όταν απαλλάσσονται από το φορτίο του Kράτους. Επομένως, βλέπουμε πως σε μεγάλο βαθμό αποφεύγονται οι πιθανά επίπονες φιλονικίες πάνω στη φύση της ελευθερίας, και η αναγκαία εισαγωγή της ηθικής, τα οποία αντιθέτως παρακάμπτονται μέσω μιας αναρχικής ανθρωπιστικής φυσιοκρατίας (May, 1994: 63).

p1.19

Classical anarchism contained within it a division between the ‘evolutionists’, such as William Godwin, who believed society could be progressively reformed to realise a state of anarchy (Marshall, 1993: 212, 216), and the ‘revolutionists’ such as Bakunin, who believed it would require a violent confrontation with the forces of the State. The latter perspective, however, was considerably the most widespread. Revolution, as opposed to reform, was understood as a radical rupture with previous social relations, realised in the abolition of the State. It was the large-scale transformation of social relations, different not just in degree but in kind. Moreover, a post-revolutionary anarchist society was deemed to have achieved a sense of emancipatory finality: Ο κλασικός αναρχισμός περιέχει στο εσωτερικό του μία διαίρεση ανάμεσα στους “εξελικτικούς”, όπως ο William Godwin, που πίστευε ότι η κοινωνία μπορούσε προοδευτικά να μεταρρυθμιστεί ώστε να πετύχει μία κατάσταση αναρχίας (Marshall, 1993: 212, 216), και τους “επαναστατικούς” όπως ο Μπακούνιν, που πίστευαν ότι απαιτείται μία βίαιη αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του Κράτους. Η τελευταία προοπτική ωστόσο, ήταν περισσότερο διαδεδομένη. Η επανάσταση, αντίθετα με τη μεταρρύθμιση, γινόταν κατανοητή ως μία ριζική ρήξη με τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις, πραγματοποιούμενη με την κατάλυση του Κράτους. Ήταν ο μεγάλης κλίμακας μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων που διέφερε όχι μόνο στο βαθμό αλλά και σε είδος. Επιπλέον, η μετα-επαναστατική αναρχική κοινωνία θεωρούνταν ότι θα πετύχαινε μία αίσθηση οριστικότητας στη χειραφέτηση:

p1.20

> Thus the social revolution will be made, and, once revolution’s foes have been stripped of all means of harming it, there will be no further need to proceed against them with bloody measures… (Bakunin, 2005: 164). > Επομένως η κοινωνική επανάσταση θα γίνει, και όταν οι εχθροί της επανάστασης θα έχουν απογυμνωθεί από όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να τη βλάψουν, δε θα υπάρχει πλέον ανάγκη να αντιμετωπιστούν με αιματηρά μέτρα… (Bakunin, 2005: 164).

p1.21

The concepts of revolution and of revolutionary finality were founded upon the idea that instances of authority were rooted in the singularity of the State, and with its destruction the possibility of a return of authority was similarly vanquished. It was not necessarily, as many anarchists were quick to point out, the realisation of utopia, but it did set the initial conditions for the progressive realisation and “unlimited perfectibility of social arrangements”, previously stifled by the State (Rocker, cited in Gordon, 2007: 118). This was, to a large degree, the millenarian influence upon early anarchist thought. Οι έννοιες της επανάστασης και της οριστικότητας της επανάστασης ήταν θεμελιωμένες πάνω στην ιδέα πως τα περιστατικά της εξουσίας ήταν ριζωμένα στην ιδιάζουσα μοναδικότητα του Κράτους, και πως με την καταστροφή του, οι πιθανότητες μιας επιστροφής της θεσμικής εξουσίας 5) κατατροπωνόντουσαν παρομοίως. Δεν επρόκειτο απαραίτητα, όπως πολλοί αναρχικοί βιαζόντουσαν να δείξουν, για την πραγματοποίηση της ουτοπίας, αλλά [Σ.Μ. η καταστροφή του κράτους] έθετε όντως τις αρχικές συνθήκες για την προοδευτική πραγματοποίησή και την «απεριόριστη τελειοποίηση των κοινωνικών διευθετήσεων» που παλιότερα καταπνιγόντουσαν από το Κράτος (Rocker, όπως αναφέρεται στον Gordon, 2007: 118). Αυτή ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η χιλιαστική επιρροή πάνω στην πρώιμη αναρχική σκέψη.

p1.22

In this brief description, we come to an image of classical anarchism much closer to Marxism than either Bakunin or Marx would likely have acknowledged. While certainly diverging on the question of authority and the State, both retained a similar conception of power and subjectivity. In both, power was conceived as derived ultimately from a single, unitary, organising principle, one that existed transcendent to the social realm and was imposed from above; the difference between the two socialisms was largely a disagreement about the content of the organising principle itself. Moreover, in both we find a valorisation of an existing social category – whether the limited category of the industrial proletariat in Marxism, or the expansive category of the oppressed in anarchism – as bearers of social transformation. The oppressed, in anarchism, represent an ‘outside’ of power and a pure place of resistance, from which the essential human tendencies towards cooperation and egalitarianism will arise if relieved of the burden of the State. These two fundamental conceptions of the social – the dynamics of power and essence of human subjectivity – are the a priori of anarchism and are foundational to many other anarchist conceptions, in particular the unproblematic notion of freedom as an absence of authority and the conception of revolution as a qualitative social rupture. This a priori relies upon posing a secondary, transcendent ontological realm that exists behind and within everything. In challenging this a priori we must instead come to articulate a theory of the social committed to a metaphysics of immanence, and remain resolutely committed to a single ontological realm in our description of the social. Στην σύντομη αυτή περιγραφή, φτάνουμε σε μία εικόνα του κλασικού αναρχισμού που είναι πολύ πιο κοντινή στο Μαρξισμό από ο,τι πιθανώς θα παραδεχόντουσαν ο Μαρξ ή ο Μπακούνιν. Ενώ σίγουρα αποκλίνουν στο ερώτημα του Κράτους και της θεσμικής εξουσίας, και οι δύο διατηρούν μία παρόμοια έννοια της εξουσίας και της υποκειμενικότητας. Και στους δύο η θεσμική εξουσία γινόταν αντιληπτή ως αναδυόμενη ολοκληρωτικά από μία μοναδική, αδιαίρετη, οργανωτική αρχή που υπήρχε υπερβατικά ως προς τη κοινωνική επικράτεια και που είχε επιβληθεί από τα πάνω˙ η διαφορά ανάμεσα στους δύο σοσιαλισμούς ήταν σε μεγάλο βαθμό η διαφωνία για το περιεχόμενο της οργανωτικής αρχής καθεαυτή. Επιπλέον και στους δύο βρίσκουμε μία τεχνητή αναβάθμιση μίας συγκεκριμένης κοινωνικής κατηγορίας – είτε η περιορισμένη κατηγορία του βιομηχανικού προλεταριάτου στον Μαρξισμό, είτε η εκτεταμένη κατηγορία των καταπιεσμένων στον αναρχισμό – ως φορείς του κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι καταπιεσμένοι, στον αναρχισμό, αντιπροσωπεύουν μία δύναμη “εκτός” και ένα ανόθευτο πεδίο αντίστασης, από το οποίο θα αναδυθούν οι ουσιώδεις ανθρώπινες τάσεις προς την συνεργασία και την ισότητα εάν απαλλαχθούν από το φορτίο του Κράτους. Οι δύο αυτές θεμελιώδεις έννοιες του κοινωνικού – η δυναμική της εξουσίας και η ουσία της ανθρώπινης υποκειμενικότητας- είναι το a priori στοιχείο του αναρχισμού, και είναι θεμελιακές σε πολλές άλλες αναρχικές έννοιες, ειδικά στην δίχως προβληματισμούς αντίληψη της ελευθερίας ως απουσία αρχής και στην σύλληψη της επανάστασης ως μίας ποιοτικής κοινωνικής ρήξης. Αυτό το a priori στέκεται υπονοώντας ένα δευτερεύον, υπερβατικό οντολογικό βασίλειο που υπάρχει πίσω από και μέσα σε καθετί. Προκειμένου να αναμετρηθούμε με αυτό το a priori στοιχείο πρέπει αντιθέτως να διαμορφώσουμε μία θεωρία του κοινωνικού αφοσιωμένοι σε μία μεταφυσική του ενυπάρχοντος6), και να παραμείνουμε ανένδοτα αφοσιωμένοι σε ένα ενιαίο οντολογικό βασίλειο καθώς θα περιγράφουμε το κοινωνικό.
1) As with any interpretation of Marx, this is disputed. Indeed, in Marx’s work The Eighteenth Brumaire of Lois Bonaparte (1919), a quite different view of the State is presented, one that has a certain degree of autonomy and its own interests. In any case, while these interpretations exist, they have always formed a minor part in the history of Marxism and, evidently, were deemed unimportant by Marx himself in his dispute with Bakunin.
2) Όπως κάθε ερμηνεία του Marx, και αυτή αμφισβητείται. Όντως, στο έργο του Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, παρουσιάζεται μία διαφορετική άποψη, που θεωρεί ότι το Κράτος έχει ένα βαθμό αυτονομίας και τα δικά του συμφέροντα. Σε κάθε περίπτωση, αν και αυτές οι ερμηνείες υπάρχουν, έχουν διαμορφώσει μόνο ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας του Μαρξισμού και προφανώς θεωρήθηκαν από τον Marx ως ασήμαντες στη διαμάχη του με τον Bakunin.
3) In more recent writings of an essentially classical anarchist character, we see two approaches to incorporating struggles against sexism, racism, ecological devastation, etc. The first is the extreme position to reduce these back to the State and capitalism typical of a number of ‘Platformist’ and ‘class struggle’ anarchist groups, and exemplified in a paper by a South African anarchist collective: “Capitalism and the State are the primary cause of all special oppressions. It follows that the fight against racism etc. must be a fight against capitalism and the State” (Bakisha Media Collective, χ.η.). The second is to create a limited plurality of roots of power, such that in addition to the State and capitalism, patriarchy, white supremacy and anthropocentrism become the new roots of all actualised instances of power. In both cases, however, we see a concept of power that remains founded upon a suppressive assumption, is unitary, and appears as transcendent to ‘the masses’.
4) Σε πιο πρόσφατα κείμενα αναρχικού, ουσιαστικά, χαρακτήρα, βλέπουμε δύο προσεγγίσεις στην προσπάθεια να συμπεριλάβουν τους αγώνες ενάντια στο σεξισμό, το ρατσισμό και την οικολογική καταστροφή κλπ. Η πρώτη είναι μία ακραία θέση αναγωγής των αγώνων αυτών πίσω στο Κράτος και στον καπιταλισμό, τυπική ενός αριθμού αναρχικών ομάδων “Πλατφορμιστών” και “ταξικής πάλης”, και παράδειγμα αποτελεί η διατριβή μίας Νοτιοαφρικανικής αναρχικής συλλογικότητας: «Ο Καπιταλισμός και το Κράτος είναι η βασική αιτία όλων των ειδικών μορφών καταπίεσης. Αυτό συνεπάγεται ότι η πάλη ενάντια στο ρατσισμό πρέπει να είναι πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και το Κράτος» (Bakisha Media Collective, χ.η.). Η δεύτερη θέση προσπαθεί να δημιουργήσει ένα περιορισμένο πλήθος από ρίζες της εξουσίας, τέτοιων που πρόσθετα στο Κράτος και τον καπιταλισμό, η πατριαρχία, η υπεροχή της λευκής φυλής και ο ανθρωποκεντρισμός γίνονται οι νέες ρίζες όλων των πραγματοποιημένων παραδειγμάτων της εξουσίας. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, παρατηρούμε μία έννοια της εξουσίας που συνεχίζει να θεμελιώνεται πάνω σε μία υπόθεση της καταπίεσης, είναι μοναδιαία, και εμφανίζεται ως υπερβατική των “μαζών”.
5) Σ.μ: authority
6) Σ.μ: Ο Deleuze χρησιμοποιούσε το όρο “immanence” (“ενύπαρξη”, “πανταχού παρουσία”) για να αναφέρεται στην εμπειριοκρατική φιλοσοφία του, η οποία όφειλε να παράγει δράσεις και αποτελέσματα αντί για υπερβατισμούς (από wikipedia).
postanarchism_1.txt · Τελευταία τροποποίηση: 2010/01/22 05:03 από sυμεών
www.chimeric.de Creative Commons License Valid CSS Driven by DokuWiki do yourself a favour and use a real browser - get firefox!! Recent changes RSS feed Valid XHTML 1.0