Πίνακας Περιεχομένων

Post-Anarchism and Social War

====== Post-Anarchism and Social War ====== ====== Μετα-Αναρχισμός και Κοινωνικός Πόλεμος ======

p0.1

===== Post-Structuralism, and the Revival of an Anarchist Subterranean ===== ===== Μετα-δομισμός, και η Αναγέννηση ενός Αναρχικού Υποστρώματος =====

p0.2

Dedicated to my friends kidnapped by the State on 15th October, 2007. Αφιερωμένο στους φίλους μου που απήχθησαν από το Κράτος την 15η του Οκτωβρίου, 2007

p0.3

We are too young, we cannot wait any longer. – Parisian Graffiti Είμαστε πολύ νέοι, δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο. – Παρισινό Γκράφιτι

p0.4

ANARCHISM REMAINS A LIVING political and cultural tradition which, though largely ignored in academia, has been radically transforming itself, engaging in extensive self-critique and reinventing its practice since its formal inception in the early 19th Century.1) First theorised by the likes of William Godwin, Pierre-Joseph Proudhon and Mikhail Bakunin, anarchism developed simultaneously as an “organic” orientation within the early socialist movements, only to be superseded by the Statist varieties – notably Marxism and social democracy – in the early 20th Century. Though eclipsed, anarchism as “socialism against the State” became a more expansive project oriented against the totality of relations of domination, and was crucial in providing the inspiration for the liberatory ruptures across the world in 1968 before rising to prominence again in the “anti-globalisation” movements at the turn of the 21st Century. Those within the “anti-globalisation” movement focused much of their energy on targeting and forcing the closure of meetings of the Group of Eight, the World Trade Organisation and the World Bank, being successful on a number of occasions – in spite of State violence – before the movement”s demise over the last five years (Graeber, 2007). The orientation of the movement, however, brought out critiques of “summit hopping” and the more substantial critique of the “spectacle of resistance”, and has had the lingering effect so as to prompt a re-evaluation of the dynamics of power and domination, of resistance, and a return to the everpresent question “What is to be done?”. The aim here is to articulate one such vision – post-anarchism –drawing on post-structuralist conceptions of the social, and to explore the implications for resistance and social transformation.Ο ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΜΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ πολιτική και πολιτισμική παράδοση η οποία, αν και συνήθως αγνοείται από τον ακαδημαϊκή κοινότητα, μετασχηματίζεται ριζικά διαρκώς από την εποχή της τυπικής της σύλληψης στις αρχές του 19ου αιώνα, με το να υποβάλλεται σε εκτεταμένη αυτοκριτική και με το να επανα-επινοεί την πρακτική της. 2) Έχοντας πρωτο-θεμελιωθεί από ανθρώπους όπως o William Godwin, ο Pierre-Joseph Proudhon και ο Mikhail Bakunin, ο αναρχισμός ταυτόχρονα αναπτυσσόταν ως ένας “οργανικός” προσανατολισμός των πρώιμων σοσιαλιστικών κινημάτων, για να υπερκερασθεί κατόπιν από τις κρατικιστικές εκδοχές τους - δηλαδή τον Μαρξισμό και τη σοσιαλδημοκρατία - στις αρχές του 20ου αιώνα. Αν και επισκιάστηκε, ο αναρχισμός ως ένας “σοσιαλισμός ενάντια στο Κράτος” έγινε ένα ευρύτερο σχέδιο προσανατολισμένο ενάντια στην ολότητα των σχέσεων κυριαρχίας, και ενέπνευσε καίρια τις ελευθεριακές ρήξεις του 1968 σε ολόκληρο τον κόσμο, προτού έρθει ξανά στο προσκήνιο με τα κινήματα της “αντιπαγκοσμιοποίησης” της αυγής του 21ου αιώνα. Όσοι μετείχαν στο κίνημα της “αντιπαγκοσμιοποίησης” επεδίωξαν την διακοπή των συναντήσεων του G8, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, και το κατάφεραν αυτό σε αρκετές περιπτώσεις - παρά την Κρατική βία - προτού το κίνημα καμφθεί τα τελευταία πέντε χρόνια (Graeber, 2007). Ο προσανατολισμός του κινήματος, ωστόσο, ανέδειξε την κριτική του “κινηματικού τουρισμού” και την πιο ουσιώδη κριτική του “θεάματος της αντίστασης”, και διαμόρφωσε την ανασχετική συνθήκη που επιτρέπει την επανεκτίμηση της δυναμικής της εξουσίας και της κυριαρχίας, της αντίστασης, και την επιστροφή στο πανταχού παρόν ερώτημα του «Τι να κάνουμε?». Σκοπός μας εδώ είναι να σκιαγραφήσουμε ένα τέτοιο όραμα - τον μετα-αναρχισμό - αξιοποιώντας μετα-δομικές έννοιες του κοινωνικού, και να διερευνήσουμε τι σημαίνει αυτό για την αντίσταση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

p0.5

Post-anarchism is an unfortunate name, and is used here only in accordance with recent convention. It is not, as the name implies, an attempt to render obsolete much of traditional anarchist theory, but rather an attempt to give life to a subterranean tradition that has always existed within, at times concealed but becoming clearly discernable more recently. While originally a contraction of post-structuralist anarchism, the theory is not simply the marriage of the two bodies of work, but is foremost a juxtaposition of the post-structuralist critique so as to draw out those moments within anarchist theory – already extant – with which it is consonant. Of course, neither anarchism nor post-structuralism are in any way coherent or systematic theories. It is precisely the lack of coherence and heterogeneity of the former that will provide the creativity for this essay, and in the latter it is the work of Michel Foucault and Gilles Deleuze which will provide the necessary juxtaposition.Ο όρος μετα-αναρχισμός είναι ατυχής και χρησιμοποιείται εδώ μονάχα για λόγους συμφωνίας με τις πρόσφατες συμβάσεις. Παρά το ότι υπονοεί ο όρος, δεν πρόκειται για μία προσπάθεια να καταστήσει απαρχαιωμένο μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αναρχικής θεωρίας, αλλά στοχεύει στο να εμπνεύσει ζωή σε μία υποδόρια παράδοση που ενυπήρχε πάντα, αν και κάποιες στιγμές συγκαλυμμένη, η οποία πρόσφατα ξαναβγαίνει στο προσκήνιο. Μολονότι πρωταρχικά αποτελεί την συναίρεση του μετα-δομισμού με τον αναρχισμό, η θεωρία αυτή δεν αποτελεί ένα απλό πάντρεμα των δύο θεωρητικών παραδόσεων, αλλά είναι πάνω από όλα μία παράθεση της μετα-δομικής κριτικής, προκειμένου να φωτιστούν οι ενυπάρχουσες στην αναρχική θεωρία ροπές, με τις οποίες και είναι σύμφωνη. Φυσικά ούτε ο αναρχισμός ούτε ο μετα-δομισμός είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση συνεκτικές και συστηματικές θεωρίες. Ακριβώς αυτή η απουσία συνοχής και η ετερογένεια του αναρχισμού είναι που παρέχει τη δημιουργικότητα αυτής της πραγματείας, και το έργο του Michel Foucault και του Gilles Deleuze από την παράδοση του μετα-δομισμού είναι που προμηθεύει τα στοιχεία για την αναγκαία παράθεση.

p0.6

Of central concern is the conception of power and the strong humanism prevalent throughout classical anarchism. While critical of Marxism’s economic reductionism, classical anarchism has tended at times to commit the same error with regards to the State, locating in it the source of all social domination and understanding the State in a top-down fashion. Moreover, the apparatus of the State appears oftentimes as ontologically distinct from ‘the masses’, as a yoke upon people who would otherwise realise their natural tendencies towards cooperation and egalitarianism. In contrast, the work of Foucault and Deleuze understands power as distributed and rhizomatic, where localised practices and ‘micro-politics’ work to produce the relations of domination in ‘macropolitics’, and where we are already complicit in our own domination. Moreover, in their critiques of humanism they reject essentialist conceptions of human subjectivity and the ‘suppressive assumption’ of power, and instead understand power as productive, providing at least one answer as to why people would desire their own oppression. Employing these critiques we shall draw out from anarchist theory precisely those moments that articulate an anti-humanist conception of subjectivity and a network model of power, articulations which go back as far as 1843 with the work of Max Stirner and which have become increasingly commonplace in what John Moore has described as ‘second-wave’ anarchism (Moore, n.d.).Κεντρικό ζήτημα της πραγματείας είναι η έννοια της εξουσίας και ο ισχυρός ανθρωπισμός που επικρατούσε στον κλασικό αναρχισμό. Ενώ επέκρινε τον οικονομικό αναγωγισμό του Μαρξισμού, ο κλασικός αναρχισμός έτεινε να διαπράττει συχνά το ίδιο λάθος σε ο,τι αφορά το Κράτος, εντοπίζοντας σε αυτό την πηγή κάθε κυριαρχίας στην κοινωνία και κατανοώντας το Κράτος με έναν καθετοποιημένο (από την κορυφή προς την βάση) τρόπο. Ακόμα περισσότερο, ο μηχανισμός του Κράτους εμφανίζεται συχνά να είναι οντολογικά διακριτός από τις “μάζες”, σαν ένας ζυγός πάνω στους ανθρώπους, οι οποίοι διαφορετικά θα πραγματοποιούσαν τις φυσικές τους τάσεις για συνεργασία και ισότητα. Αντίθετα στο έργο των Foucault και Delleuze η εξουσία κατανοείται ως κατανεμημένη και ριζωματική, όπου οι τοπικές πρακτικές και οι “μικρο-πολιτικές” παράγουν τις σχέσεις κυριαρχίας στο επίπεδο των “μακρο-πολιτικών”, και όπου όλοι είμαστε ήδη συνεργοί στην κυριαρχία μας. Επιπλέον, ασκώντας κριτική στον ανθρωπισμό, απορρίπτουν τις ουσιοκρατικές έννοιες της ανθρώπινης υποκειμενικότητας και την “υπόθεση της καταπιεστικής φύσης” της εξουσίας, καθώς αντιλαμβάνονται την εξουσία ως παραγωγική, παρέχοντας τουλάχιστον μία απάντηση στο ερώτημα, γιατί οι άνθρωποι να επιθυμούν την καταδυνάστευσή τους. Αναπτύσσοντας μια τέτοια κριτική θα προσπαθήσουμε να αντλήσουμε από την αναρχική θεωρία εκείνες ακριβώς τις στιγμές που αρθρώνουν μια αντι-ανθρωπιστική σύλληψη της υποκειμενικότητας και ένα δικτυακό μοντέλο εξουσίας. Οι απαρχές των θέσεων αυτών χρονολογούνται στο 1843 με το έργο του Max Stirner, και έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό κοινός τόπος σε αυτό που ο John Moore έχει περιγράψει ως “αναρχισμός του δεύτερου κύματος” (Moore, χ.η.3)).

p0.7

This separation of classical and contemporary anarchism, or of first- and second-wave anarchism, is the distinction between the strongly socialist anarchism that developed in the nineteenth century and which rejected the State and capitalism, and the anarchism that has developed since the 1960s which rejects the totality of relations of domination as such, both macro and micro. Moreover, it is the latter which has, for the most part, addressed and often pre-empted the poststructural critique. This division is useful conceptually but is equally something of a caricature, ignoring the subtleties and nuances of classical anarchist thinkers, the prevalence of classical anarchist concepts in contemporary anarchism, and the many chronological discrepancies in making a neat division during the 1960s.4) Thus, in making this argument, the separation of these tendencies is made only to delineate the critique at hand: the first section aims to describe a classical anarchism replete with all its faults before we move towards articulating a post-anarchism in the second section. Ο διαχωρισμός αυτός σε κλασικό και σύγχρονο αναρχισμό, ή σε πρώτο και δεύτερο κύμα, είναι η διάκριση ανάμεσα στον ισχυρά σοσιαλιστικό αναρχισμό που αναπτύχθηκε στο δεκατοέννατο αιώνα και απέρριπτε το Κράτος και τον καπιταλισμό, και στον αναρχισμό ο οποίος αναπτύχθηκε μετά το 1960 και απέρριπτε την καθολικότητα των σχέσεων κυριαρχίας και στο μικρο- και στο μακρο-επίπεδο. Επιπλέον είναι ο δεύτερος που στο μεγαλύτερο κομμάτι του αντιμετώπισε και συχνά πρόλαβε να απαντήσει στη μετα-δομική κριτική. Η διαίρεση αυτή είναι εννοιολογικά χρήσιμη αλλά ταυτόχρονα μοιάζει με καρικατούρα, αφού αγνοεί τις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις των κλασικών αναρχικών στοχαστών, την επικράτηση κλασικών αναρχικών εννοιών στο σύγχρονο αναρχισμό, καθώς και τις πολλές χρονολογικές ανακολουθίες που προκύπτουν στην προσπάθεια για μια ξεκάθαρη τομή στη δεκαετία του '60.5) Επομένως ο ισχυρισμός της διαίρεσης των τάσεων γίνεται με μόνο στόχο τη σκιαγράφηση της προκείμενης κριτικής: το πρώτο μέρος σκοπεύει στην περιγραφή του κλασικού αναρχισμού με τα σφάλματά του, πριν να μεταβούμε προς μία άρθρωση του μετα-αναρχισμού, στο δεύτερο μέρος.

p0.8

While post-structuralism is integral in developing a new understanding of power and the production of subjectivity, it has little to say on the prospects of resistance and social transformation. Foucault appeared reluctant to speak on the project of social transformation at all, except in later works on ‘technologies of the self’, while Deleuze gives extended treatments to resistance, the ‘war machine’ and the nomadic subject, but only in the most abstract form. To broach these absences, we shall in our final section turn towards contemporary anarchist theory and practice, and specifically the body of theory derived from Italy known as ‘insurrectionary anarchism’, so as to extrapolate a methodology of resistance that is in concordance with our new understanding of the social. The perils of resistance are many, and must seek to avoid obliteration by the State, the often more subtle processes of cooptation and recuperation of dissent and, of course, outright ineffectuality. In the end, we shall find that social transformation lies in social experimentation, in the need to open up fissures of time and space and create radical new forms of subjectivities and body-object assemblages, in the need for generalised revolt focussing on anonymous and autonomous tactics easily reproducible throughout the social terrain, and mass exodus from the apparatuses of domination. Ενώ ο μετα-δομισμός είναι ζωτικός για να αναπτύξουμε μία νέα αντίληψη της εξουσίας και της παραγωγής της υποκειμενικότητας, ελάχιστα έχει να μας πει για την προοπτική της αντίστασης και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο Foucault έδειχνε απρόθυμος να μιλήσει για το πρόταγμα του κοινωνικού μετασχηματισμού σε όλα εκτός από τα ύστερα κείμενά του πάνω στις “τεχνολογίες του εαυτού”, ενώ ο Deleuze διαπραγματεύεται εκτεταμένα την αντίσταση, την “πολεμική μηχανή” 6) και το νομαδικό υποκείμενο, αλλά μόνο στην πιο αφηρημένη μορφή. Για να θίξουμε αυτές τις απουσίες, θα προσπαθήσουμε στο τελευταίο μέρος να επιστρέψουμε στη σύγχρονη αναρχική θεωρία και πράξη, και ειδικά στο σώμα της θεωρίας που προέρχεται από την Ιταλία και είναι γνωστή ως “εξεγερσιακός αναρχισμός” 7), ώστε να εξάγουμε μία μεθοδολογία αντίστασης που να συμπίπτει με τις νέες μας αντιλήψεις περί κοινωνικού. Οι κίνδυνοι της αντίστασης είναι πολλοί, ώστε πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους για να αποφύγουμε τον αφανισμό από το Κράτος, τις συχνά πιο λεπτές διαδικασίες διαφθοράς και αφομοίωσης της εναντίωσης, και φυσικά την ολοκληρωτική αναποτελεσματικότητα. Στο τέλος θα δούμε ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός έγκειται στον κοινωνικό πειραματισμό, στην ανάγκη να ανοίξουν ρωγμές στο χώρο και στο χρόνο και να δημιουργηθούν ριζοσπαστικά νέες μορφές υποκειμενικότητας και συναρμογές σωμάτων–αντικειμένων 8), στην ανάγκη για μία γενικευμένη εξέγερση που θα εστιάζει σε ανώνυμες και αυτόνομες τακτικές εύκολα αναπαραγώγιμες οπουδήποτε στο κοινωνικό έδαφος, για μία μαζική έξοδο από τους μηχανισμούς της κυριαρχίας.

p0.9

Before beginning, it is worth comparing this move with what has become known as post- Marxism. In their survey of post-Marxism, Simon Tormey and Jules Townshend delineate six key issues with classical Marxist theory that various post-Marxist theorists have sought to resolve. These are: Marx’s teleological, directional and dialectic conception of history; the account of the revolutionary subject in the industrial proletariat, organised within the Party apparatus; the denial of the importance of human subjectivity in revolutionary change and ethical deliberation; positivism and the scientific prioritisation of capitalist labour over other struggles; vanguardism and the role of intellectuals; and, finally, the problem of democracy (Tormey & Townshend, 2006: 5). While these concerns have been central in rejuvenating Marxist theory, they are only of peripheral significance in anarchist theory. Indeed, the latter two issues – vanguardism and democracy – have been central in the anarchist rejection of Marxism from the outset and need not be addressed at all, and similarly teleological notions of history and positivism have been either only weakly asserted or explicitly rejected. 9) Only the questions regarding the revolutionary subject, and that of ethics shall here be addressed. For the most part post-Marxism has been a disappointing endeavour. It has either turned towards explicit forms of liberal capitalism, articulating a ‘politics of demand’, as in the work of Ernesto Laclau and Chantal Mouffe or, at the other end of the spectrum as in the work of Antonio Negri and Michael Hardt, it has been quietly – yet only partially – importing anarchist ideas, in the end arriving at an uneasy middleground alternating between an anti-hegemonic and a counterhegemonic project, between multitudes and ‘the multitude’ (Day, 2005: 80, 144-154). Πριν ξεκινήσουμε αξίζει να συγκρίνουμε την κίνηση αυτή με αυτό που έχει γίνει γνωστό ως μετα-μαρξισμός. Ο Simon Tormey με τον Jules Townshend σκιαγράφησαν έξι σημεία-κλειδιά της κλασικής μαρξιστικής θεωρίας τα οποία οι διάφοροι μετα-μαρξιστές θεωρητικοί θέλησαν να επιλύσουν. Αυτά είναι: Η τελεολογική, ευθύγραμμη και διαλεκτική αντίληψη της ιστορίας˙ η θεώρηση ως επαναστατικού υποκειμένου του βιομηχανικού προλεταριάτου, οργανωμένου μέσα από το μηχανισμό του Κόμματος˙ η άρνηση της σημασίας της ανθρώπινης υποκειμενικότητας στην επαναστατική αλλαγή και στην ηθική απελευθέρωση˙ ο θετικισμός και η επιστημονική ιεράρχηση της καπιταλιστικής εργασίας σε βάρος των υπόλοιπων αγώνων˙ η πρωτοπορία και οι διανοούμενοι˙ και τελικά, το πρόβλημα της δημοκρατίας (Tormey & Townshend, 2006: 5). Ενώ αυτά τα ζητήματα είναι καίρια για την αναζωογόνηση της μαρξιστικής θεωρίας, έχουν μόνο περιφερειακή σημασία για την αναρχική θεωρία. Όντως, τα δύο τελευταία θέματα – πρωτοπορία και δημοκρατία – έχουν υπάρξει εξαρχής κεντρικά στην αναρχική απόρριψη του μαρξισμού, επομένως στο παρόν κείμενο δε χρειάζεται να ασχοληθούμε καθόλου μαζί τους. Παρόμοια, οι τελεολογικές έννοιες της ιστορίας και ο θετικισμός, είτε έχουν υποστηριχθεί αναιμικά μόνο, είτε έχουν απορριφθεί κατηγορηματικά.10) Στο κείμενο μας θα ασχοληθούμε μόνο με τα ερωτήματα που αφορούν το επαναστατικό υποκείμενο και την ηθική. Στο μεγαλύτερο μέρος του, o μετα-μαρξισμός αποτέλεσε μια απογοητευτική απόπειρα. Είτε έχει στραφεί απερίφραστα προς τις μορφές του φιλελεύθερου καπιταλισμού αρθρώνοντας “πολιτικές του αιτήματος”, όπως στη δουλειά του Ernesto Laclau και του Chantal Mouffe, είτε στο άλλο φάσμα, όπως στο έργο του Antonio Negri και του Michael Hardt, όπου έχει αρχίσει να εισάγει σιωπηλά - αν και μόνο μερικώς – αναρχικές ιδέες, ώστε τελικά να φτάσει σε ένα άβολο ενδιάμεσο έδαφος, όπου ταλαντεύεται ανάμεσα σε προτάγματα αντι-ηγεμονίας και αντι-ηγεμονικά 11), ανάμεσα στα πλήθη και “στο πλήθος”12) (Day, 2005: 80, 144-154).

p0.10

Post-anarchism is a project certainly not without precedent. It was first articulated by Todd May in The Political Philosophy of Post-Structuralist Anarchism (1994), and followed up by Saul Newman’s From Bakunin to Lacan (2001) and Richard Day’s Gramsci is Dead (2005), amongst numerous other lesser known works. May’s book has been central in setting up the key parameters of the debate, despite characterising anarchism only in its classical form and making little use of contemporary developments.13) Newman’s book, too, commits the same error before coming to arrive at a conclusion suspiciously liberal in inclination. The work of Day, of the three, is certainly the most well-grounded in both contemporary anarchist theory and practice but fails to draw out the implications of post-anarchism for resistance. It is in this present work which draws from all three that I hope to describe both the project of post-anarchism – as differing from classical anarchism – and the radical implications for practice. Ο μετα-αναρχισμός δεν είναι φυσικά ένα πρόταγμα άνευ προηγουμένου. Πρώτη φορά διατυπώθηκε από τον Todd May στο Η πολιτική φιλοσοφία του μεταδομικού αναρχισμού (1994), και ακολουθήθηκε από τα κείμενα Από τον Bakunin στον Lacan (2001) και Ο Γκράμσι πέθανε (2005) του Saul Newman και του Richard Day αντίστοιχα, τα οποία εντάσσονται σε έναν μεγάλο αριθμό λιγότερο γνωστών έργων. Το βιβλίο του May υπήρξε καίριο στην τοποθέτηση των παραμέτρων-κλειδιών στη συζήτηση παρότι χαρακτηρίζει τον αναρχισμό μόνο από την κλασική του μορφή, χρησιμοποιώντας ελάχιστα τις σύγχρονες εξελίξεις.14) Το βιβλίο του Newman επίσης διαπράττει το ίδιο λάθος πριν φτάσει σε ένα συμπέρασμα που κλίνει ύποπτα προς τον φιλελευθερισμό. Από τα τρία έργα, αυτό του Day εδραιώνεται σαφώς καλύτερα στη σύγχρονη αναρχική θεωρία και πράξη αλλά αποτυγχάνει να αναδείξει τις επιπτώσεις του μετα-αναρχισμού στα ζητήματα της αντίστασης. Με αυτήν εδώ τη μελέτη, που αντλεί από τα παραπάνω τρία έργα, ελπίζω να περιγράψω τόσο το πρόταγμα του μετα-αναρχισμού – όπως αυτό διαφέρει από τον κλασικό αναρχισμό – όσο και τις ριζοσπαστικές του συνέπειες στην πρακτική.
1) This essay was written in the completion of an honours year project in sociology at Victoria University of Wellington. Comments are welcome, email torrance123@gmail.com. Dated 31st October 2007.
2) Το δοκίμιο αυτό γράφτηκε για την ολοκλήρωση μιας πτυχιακής εργασίας στο τμήμα κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου Βικτώρια του Ουέλινγκτον. Τα σχόλια είναι ευπρόσδεκτα στο e-mail torrance123@gmail.com. Δημοσιεύτηκε στις 31 Οκτώβρη 2007.
3) Σ.μ: χ.η. = χωρίς ημερομηνία
4) For example, Max Stirner, Gustav Landauer, and Emma Goldman all contain elements of second-wave anarchism despite writing well before the 1960s, while Colin Ward, for example, represents a transitional figure writing in the 1950s, and both Murray Bookchin and Daniel Guerin maintained to a large extent a classical anarchist perspective well past the 1960s.
5) Για παράδειγμα ο Max Stirner, ο Gustav Landauer, και η Emma Goldman, όλοι τους περιέχουν στοιχεία του δεύτερου κύματος του αναρχισμού, παρά το γεγονός ότι έγραψαν πολύ πριν το 1960, ενώ ο Colin Ward, για παράδειγμα, αντιπροσωπεύει μία μεταβατική φιγούρα στη δεκαετία του 1950, και ο Murray Bookchin και ο Daniel Guerin διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό μία κλασική αναρχική ματιά πολύ μετά το 1960.
6) Σ.μ: war machine
7) Σ.μ.: insurrectionary anarchism
8) Σ.μ.: (body – object assemblages) επιθυμητικές μηχανές, βλέπε Ράππα.
9) Both Murray Bookchin and Peter Kropotkin break with this general rejection. Bookchin, arguably as much Marxist as anarchist, maintained a certain historicism that saw the capitalist development of the means of production and the dawning of a ‘post-scarcity’ society as requisites for anarchism (see Bookchin, 2004). Kropotkin, a renowned botanist, entertained a limited positivism in the application of his evolutionary theory (where mutual aid, as opposed to competition, was decisive for successful species) to human society, arguing that nature proved cooperation to be more successful in the long-term (see Kropotkin, 1902).
10) Τόσο ο Murray Bookchin όσο και ο Peter Kropotkin εξαιρούνται από αυτή τη γενική απόρριψη. Ο Bookchin, αναμφισβήτητα Μαρξιστής όσο και αναρχικός, διατηρούσε έναν κάποιο ιστορικισμό που έβλεπε την καπιταλιστική ανάπτυξη των μέσων παραγωγής και την αυγή μίας κοινωνίας “μετα-σπάνης” ως προαπαιτούμενα του αναρχισμού (Booktchin, 2004). O Kropotkin, ένας φημισμένος βοτανολόγος, διέπονταν από έναν κάπως περιορισμένο θετικισμό στην εφαρμογή της εξελικτικής του θεωρίας (όπου η αλληλοβοήθεια, σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό, ήταν αποφασιστική για τα “επιτυχημένα είδη”) στην ανθρώπινη κοινωνία, υποστηρίζοντας πως η φύση αποδείκνυε ότι η συνεργασία μακροπρόθεσμα είναι πιο επιτυχημένη (Kropotkin, 1902).
11) Σ.μ.: anti-hegemonic and counterhegemonic project
12) Σ.μ.: (multitude) δες Σπινόζα και Toni Negri.
13) For critiques of post-anarchism as dismissive of the nuances of classical and contemporary anarchist theory, among other things, see: Cohn, Jesse & Wilbur, Shawn (2003) and Moore, John (n.d.).
14) Για μία κριτική του μετα-αναρχισμού ως περιφρονητικού των αποχρώσεων της κλασικής και σύγχρονης αναρχικής θεωρίας, βλέπε μεταξύ άλλων στο Cohn, Jesse & Wilbur, Shawn (2003) and Moore, John (χ.η.).
postanarchism_0.txt · Τελευταία τροποποίηση: 2010/01/05 10:38 από ankostis
www.chimeric.de Creative Commons License Valid CSS Driven by DokuWiki do yourself a favour and use a real browser - get firefox!! Recent changes RSS feed Valid XHTML 1.0