Όταν θέλουμε να εγκαταστήσουμε για πρώτη φορά κάποιο πρόγραμμα σε gnu/linux, τα πρώτα ερωτήματα που μας έρχονται συνήθως στο μυαλό είναι “πού είναι το exe αρχείο;”, “τί είναι αυτές οι περίεργες καταλήξεις;”, “πώς τρέχω αυτό το αρχείο;”, “πού πήγε το πρόγραμμα που μόλις εγκατέστησα;” κ.α. Στο άρθρο αυτό θα επιχειρηθεί να δοθεί η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, προτείνοντας απλές λύσεις αλλά και ταυτόχρονα δίνοντας την δυνατότητα στον χρήστη (αν το επιθυμεί) να εμβαθύνει λίγο και να προσπαθήσει να καταλάβει γιατί τα κάνει όλα αυτά.
Σε περιβάλλον Windows, τα διάφορα προγράμματα που θέλουμε να εγκαταστήσουμε ή να εκτελέσουμε βρίσκονται υπό την μορφή εκτελέσιμων αρχείων με κατάληξη .exe. Έτσι, όταν θέλουμε να εγκαταστήσουμε και να χρησιμοποιήσουμε κάποιο πρόγραμμα που κυκλοφορεί στο internet δεν έχουμε παρά να κατεβάσουμε και να τρέξουμε το αντίστοιχο exe αρχείο στον υπολογιστή μας. Μπορεί ακόμα το πρόγραμμα να βρίσκεται υπό μορφή “ζιπαρισμένων” αρχείων με κατάληξη .zip ή .rar. Στην περίπτωση αυτή για να εγκαταστήσουμε το πρόγραμμα που θέλουμε, πρέπει να κατεβάσουμε το ζιπαρισμένο αρχείο στον υπολογιστή μας και στην συνέχεια να κάνουμε extract το zip ή rar αρχείο χρησιμοποιώντας ένα αντίστοιχο πρόγραμμα (π.χ. WinZIP ή WinRAR) σε κάποιο φάκελο και τέλος, να εντοπίσουμε στον φάκελο αυτό το κατάλληλο exe αρχείο και να το εκτελέσουμε.
Αντιθέτως, τα προγράμματα στο gnu/linux αποτελούνται από ένα ή περισσότερα πακέτα. Τα πακέτα περιέχουν συνήθως αρχεία κώδικα (ρουτίνες) που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση συγκεκριμένων εντολών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το τί κάνει το πακέτο. Βασικά, υπάρχουν δυο ήδη debian πακέτων, τα binary (με κατάληξη .deb) και τα source (που αποτελούνται από ένα .dsc, ένα .orig.tar.gz και ένα .diff.gz). Τα debian πακέτα μπορούμε να τα βρούμε σε διάφορες δικτυακές τοποθεσίες που λέγονται debian repositories απ' όπου και διανέμονται ελεύθερα. Με άλλα λόγια, στο gnu/linux τα προγράμματα συνηθίζεται να αναφέρονται ως πακέτα.
Το σύστημα των πακέτων είναι ουσιαστικά ένας ευέλικτος, συνεργατικός και αποτελεσματικός τρόπος γραφής και ανάπτυξης προγραμμάτων, καθώς το κάθε πακέτο μπορεί να περιέχει μια λειτουργία (ρουτίνα - συνάρτηση) ή ένα σύνολο λειτουργιών, η οποίες μπορούν να παρθούν και να χρησιμοποιηθούν από τον δημιουργό ενός άλλου προγράμματος, για τις ανάγκες του, χωρίς να χρειάζεται ουσιαστικά να “ξαναανακαλύψει τον τροχό”. Έτσι, το ίδιο πακέτο μπορεί και είναι κοινό μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων http://www.debian.org/doc/FAQ/ch-pkg_basics.en.html .
Όταν, λοιπόν, θέλουμε να εγκαταστήσουμε ένα πρόγραμμα, ουσιαστικά ψάχνουμε να εγκαταστήσουμε το “βασικό” πακέτο που περιέχει τις βασικές λειτουργίες του προγράμματος. Τότε, συνήθως, μας ζητείτε να εγκαταστήσουμε και άλλα πακέτα μαζί τα οποία είναι σχετικά με το πρόγραμμα που θέλουμε να εγκαταστήσουμε. Κάποια από αυτά είναι απολύτως απαραίτητα (dependencies) και κάποια προαιρετικά (recommendations/suggestions). Τις εξαρτήσεις των διάφορων πακέτων μπορούμε να τις βρούμε εδώ για τις debian διανομές όπως είναι το Sidux. Η εντολή (σ.σ.: η εντολές είναι στην ουσία και αυτές προγράμματα) που χρησιμοποιούμε για την εγκατάσταση/ απεγκατάσταση των πακέτων σε debian διανομές είναι η dpkg. Σημειώνουμε, απλά, ότι όπως όλα τα προγράμματα έτσι και το dpkg παρέχεται μέσω του πακέτου dpkg και των πακέτων από τα οποία εξαρτάται άμεσα (dependencies).
Προφανώς, για τον νέο χρήστη η διαδικασία εγκατάστασης ενός προγράμματος, η οποία περιλαμβάνει τον εντοπισμό του πακέτου και των dependencies του καθώς και την εγκατάσταση τους μέσω της εντολής dpkg σε κονσόλα, μοιάζει αρκετά επίπονη σε σχέση με την απλούστερη διαδικασία των Windows που περιγράφηκε παραπάνω. Για αυτόν τον λόγο, αναπτύχθηκαν υψηλότερου επιπέδου εργαλεία που λέγονται Package Managers.
Όπως θα δούμε και στην συνέχεια, υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός διαθέσιμων πακέτων-προγραμμάτων τα οποία μπορούμε να τα εγκαταστήσουμε με ποικίλους τρόπους (γραφικοί package managers, εντολές κονσόλας, χειροκίνητα κτλ). Αυτή η δυνατότητα της ευελιξίας είναι σαφώς πολύ χρήσιμη αλλά πιθανόν να μπερδέψει στις αρχές τον νέο και άπειρο χρήστη/ρια. Μιας και αυτός ο οδηγός αφορά κυρίως σε όσους/ες επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα στο gnu/linux, θα επιχειρηθεί να προταθεί μια συγκεκριμένη σειρά προτίμησης την οποία θα μπορούν να χρησιμοποιούν προκειμένου να διαλέξει μέθοδο για να εγκαταστήσει τα προγράμματα του, ώστε να καταβάλει τον λιγότερο δυνατό κόπο. Συγκεκριμένα προτείνεται:
Σε αυτήν την φάση τα παραπάνω μπορεί να μην λένε και πολλά (τί είναι ο package manager, τί η εντολή apt;), όμως στην συνέχεια εξηγείται καθεμία από τις μεθόδους ξεκινώντας με αυτές που είναι πρώτες στην παραπάνω λίστα προτίμισης.
Το APT (Advanced Packaging Tool) είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο το οποίο επιτρέπει την αναζήτηση, εγκατάσταση, ή και ενημέρωση ενός προγράμματος απευθείας από τον χώρο όπου βρίσκεται στο Internet με την χρήση απλών εντολών, όπως της apt-get install ή apt-get upgrade, κάνοντας την εγκατάσταση προγραμμάτων σε gnu/linux πολύ απλούστερη από αυτή ακόμα των Windows. Απλοποιώντας τα πράγματα ακόμα περισσότερο και λαμβάνοντας υπόψιν την προτίμηση των χρηστών σε γραφικά user interfaces, στις debian-based διανομές υπάρχει ο Synaptic package manager o οποίος επιτρέπει ουσιαστικά ό,τι και το APT αλλά σε γραφικό περιβάλλον. Με πάνώ από 17000 ελεύθερα προγράμματα διαθέσιμα (στα διάφορα debian repositories) με ένα απλό κλικ ή με την χρήση μιας απλής εντολής, η εγκατάσταση του προγράμματος που χρειάζεσαι για τις ανάγκες του χρήστη στo gnu/linux είναι εξαιρετικά απλή–απλούστερη απ' ότι στα Windows όπου εγκαθιστούμε manually το κάθε πρόγραμμα–ακόμα και για τον απλό-άπειρο χρήστη που επιθυμεί να εκτελεί βασικές λειτουργίες στον υπολογιστή του όπως σερφάρισμα στο διαδίκτυο, ανταλλαγή email, βασική δουλειά γραφείου κτλ.
Με την εντολή apt-get, μπορούμε μεταξύ άλλων να:
Όλα τα παραπάνω γίνονται με επικοινωνία με κάποιο repository, μια “αποθήκη” πακέτων, που βρίσκεται συνήθως στο internet, ή στο cd εγκατάστασης. Υπάρχουν αρκετές τέτοιες, και για να ξέρουμε ανα πάσα στιγμή τι περιέχουν, έχουμε ένα αρχείο, το sources.lst, που έχει τις διευθύνσεις αυτών των repositories και τα περιεχομενά τους. Ας πούμε ότι είναι το κουτί με τα delivery διαφημιστικά, που έχουμε στο σπίτι μας. Ανα ταχτά χρονικά διαστήματα, ανανεώνουμε τους καταλόγους μας με τα διαθέσημα πακέτα, με την εντολή, #apt-get update
#apt-get install X Y Z όπου, X Y Z ονόματα καέτων που θέλουμε να εγκατασταθούν, χωρισμένα μεταξύ τους με ένα κενό. Αντίστοιχα, για να απεγκαταστήσουμε ένα πακέτο, χρησιμοποιούμε το
#apt-get remove X
Σχηματικά, ας δούμε ένα παράδειγμα. Θέλω να εγκαταστήσω τον Firefox. θα ανοίξω την κονσόλα και θα χρησιμοποιήσω το,
#apt-get install firefox
που μεταφράζεται σε:
# τρέχω την εντολή σαν root χρήστης, για να μπορέσω να εγκαταστήσω το πρόγραμμα, apt-get πήγαινε και φέρε μου install και εγκατέστησε firefox το πακέτο: Firefox
Ο synaptic package manager επιτρέπει την διαχείρηση των διάφορων πακέτων σε γραφικό περιβάλλον. Η στάνταρ διανομή του Sidux δεν παρέχει το εν λόγω πρόγραμμα γι'αυτό πρέπει πρώτα απ'όλα να το εγκεταστήσουμε. $ su Εισάγουμε τον κωδικό root για να έχουμε δικαιώματα διαχειριστή # apt-get update # apt-get install synaptic Εγκαθηστούμε το πακέτο Synaptic package manager
Μετά την εγκατάστασή του ο Synaptic package manager μπορεί να βρεθεί από KDE > System > Synaptic Package Manager.
Ο χειρισμός του είναι σχετικά πολύ απλός και αποτελείται από τρία βήματα:
Σημειώνουμε ότι κατά τον ίδιο τρόπο που εγκαθιστούμε πακέτα μπορούμε και να τα απεγκαταστήσουμε ή να αναβαθμίσουμε τα ήδη υπάρχοντα. Αρκεί, κατά το βήμα (2) να επιλέξουμε Mark for (complete) removal ή Mark for upgrade αντίστοιχα. Η διαφορά μεταξύ Mark for removal και Mark for complete removal είναι ότι στην δεύτερη περίπτωση μαζί με το πρόγραμμα απεγκαθιστούμε και τα διάφορα configurarion files του.
Αν και κατά πάσα πιθανότητα το πρόγραμμα που ψάχνουμε θα βρίσκεται στην λίστα του synaptic, μπορεί κάποιο να μην υπάρχει. Αν ένα πρόγραμμα δεν υπάρχει στην λίστα του synaptic σημαίνει ότι δεν υπάρχει στα αντίστοιχα repositories που είναι δηλωμένα στο sidux και στα οποία ο synaptic ψάχνει.Όπως προαναφέρθηκε, repositories (repos) ονομάζουμε τον “χώρο” στο internet στον οποίο βρίσκονται τα διάφορα πακέτα. Η στάνταρ διανομή του sidux έχει προγραμματιστεί έτσι ώστε να αναζητεί τα διάφορα πακέτα από τα repositories του debian και από τα δικά της. και τα δυο μαζι περιέχουν περισσότερα από 20000 ελεύθερα και ανοιχτού κώδικα πακέτα. Βέβαια, εκτός από αυτά τα repositories που χρησιμοποιεί by default το sidux, υπάρχουν πολλά άλλα που περιέχουν είτε free είτε non-free software packages. Στην περίπτωση, λοιπόν, που το sidux μας λέει ότι το πρόγραμμα που αναζητούμε δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να το βρει (είτε μέσω apt-get είτε μέσω synaptic) τότε πιθανότατα να πρέπει να προσθέσουμε και άλλα repos καθώς το ζητούμενο πρόγραμμα μπορεί να βρίσκεται εκεί. Ένα σύνηθες πρόβλημα που λύνεται με αυτόν τον τρόπο είναι η εγκατάσταση flash player ώστε να βλέπουμε flash ταινίες στο internet (πχ youtube).Πώς προσθέτουμε όμως repositories και έτσι αυξάνουμε σημαντικά την πιθανότητα να βρούμε το πρόγραμμα που θέλουμε; Η απάντηση είναι: πολύ-πολύ εύκολα είτε μέσω του synaptic είτε προσθέτοντας τις διευθύνσεις (url) των repos που θέλουμε στο αρχείο sources.list. Διαλέγετε και παίρνετε
Η προσθήκη νέων repos μέσω του Synaptic είναι αρκετά απλή. από την επιλογή Settings στο μενού του Synaptic, πάμε στα repositories. εκεί πατάμε το “New” και εκεί συμπληρώνουμε τα στοιχεία του repo που θέλουμε. π.χ για να προσθέσουμε το repo του http://www.debian-multimedia.org/ που περιέχει πάρα πολλά χρήσιμα προγράμματα (κυρίως multimedia), βλέπουμε στη σελίδα τους ότι η μορφή που δίνει είναι η εξής :
deb http://www.debian-multimedia.org sid main
έτσι η πρόσθεση στο synaptic θα γίνει ως εξής. το “deb” μπροστά σημαίνει ότι ζητάμε το binary repo με τις εγκαταστήσιμες εφαρμογές δηλαδή. αν θέλουμε το πηγαίο κώδικα των εφαρμογών αυτών, τότε μπορούμε να επιλέξουμε μέσα από το synaptix το source (deb-src). στην επιλογή URI που ζητάει το synaptic βάζουμε το url οπως είναι πριν τα κενά. στο παράδειγμά μας το “http://www.debian-multimedia.org”. στο πεδίο distribution βάζουμε τη λέξη μετά το url, δηλαδή “sid”. sid (ή unstable) είναι η μόνιμη ονομασία της ασταθούς έκδοσης του debian. στην επιλογή section(s) βάζουμε τη λέξη μετά το distribution, δηλαδή “main”. τα έξτρα repos όπως θα τα βρίσκουμε στο διαδίκτυο θα πρέπει να είναι της μορφής :
deb URI Distribution Section(s) (για τα binary - αντίστοιχα exe) ή deb-src URI Distribution Section(s) (για το πηγαίο κώδικα των εφαρμογών)
για να ενημερωθεί η βάση των εφαρμογών με τα νέα προγράμματα από το repo που μόλις περάσαμε, πρέπει να δώσουμε ένα Reload στο Synaptic (Κουμπί Reload ή Ctrl+R ή από το μενού, Edit → Reload Package Information). μόλις γίνει η ενημέρωση μπορούμε να ψάξουμε για νέες εφαρμογές.
ανοίγουμε ένα τερματικό (κονσόλα) και δίνουμε su για να αποκτήσουμε δικαιώματα χρήστη root. τότε δίνουμε την εντολή :
echo deb http://www.debian-multimedia.org sid main >> /etc/apt/sources.list.d/other.list
και περνάμε το repo του debian-multimedia.org. στη συνέχεια και για να ενημερωθεί η βάση με τα πακέτα, δίνουμε την εντολή :
#apt-get update
για πιο εύκολα ακόμα μπορούμε από το μενού το προγραμμάτων και την επιλογή “Run Command”, να τρέξουμε το εξής :
$kdesu kwrite /etc/apt/sources.list.d/other.list
θα μας ζητηθεί ο κωδικός του χρήστη root, και έτσι ανοίγουμε το αρχείο με τα repos. εκεί προσθέτουμε (είτε με copy-paste είτε χειροκίνητα), το νέο repo όπως ακριβώς είναι. (π.χ. “deb http://www.debian-multimedia.org sid main”)
Στo sidux, το url κάθε repository είναι γραμμένο σε αρχεία με κατάληξη .list που βρίσκονται στον φάκελο /etc/apt/sources.list.d . Υπάρχουν ήδη δύο αρχεία (debian.list και sidux.list) που περιέχουν από τα repositories του debian & του sidux αντίστοιχα (http://ftp.us.debian.org/debian/ και http://debian.tu-bs.de/project/sidux/debian/ ). Σε καθένα από αυτά τα αρχεία μπορούμε να προσθέσουμε το repository που επιθυμούμε ή και να δημιουργήσουμε ενα δικό μας νέο αρχείο με κατάληξη .list που να περιέχει τα repositories που θέλουμε, όπως παραπάνω.
Παρολαυτά, ας υποθέσουμε ότι ζητάμε ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα (για το οποίο υπάρχει προφανώς αντίστοιχη έκδοση για gnu/linux) το οποίο δεν περιέχεται στην λίστα των 17000+ προγραμμάτων του synaptic και ούτε υπάρχει και κάποιο παρόμοιο πρόγραμμα με την ίδια λειτουργικότητα στην λίστα αυτή. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να πάμε στην σελίδα του προγράμματος (ή να το αναζητήσουμε στο google) για να το κατεβάσουμε από εκεί, όπως ακριβώς θα κάναμε αν εργαζόμασταν σε περιβάλλον windows. Όμως, τα προγράμματα για gnu/linux που κυκλοφορούν στο internet τα βρίσκουμε στην μορφή tar, tar.gz, tgz, tar.bz2, rpm, tar.lzma, dev, bin κτλ.
Το κύριο πρόβλημα που παρουσιάζεται και μπερδεύει τους περισσότερους νέους χρήστες σε αυτό το σημείο είναι αφενός ότι η διαδικασία εγκατάστασης των παραπάνω αρχείων διαφέρει και είναι πολυπλοκότερη σε σχέση με αυτή των windows, που έχουν συνηθίσει, (διπλό κλικ στο αντίστοιχο exe αρχείο) και, αφετέρου, οτι δεν υπάρχει μία στάνταρ διαδικασία που ακολουθείται για όλους τους τύπους αρχείων του gnu/linux (αλλιώς εγκαθιστούμε τα bin προγράμματα, αλλιώς τα dev, αλλιώς τα rpm κ.ο.κ.) Παρ' όλα αυτά η δυσκολία περισσότερο έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι ο χρήστης έχει μάθει να κάνει τα πάντα με ένα συγκεκριμένο, ενοποιημένο τρόπο στα windows και όχι στο ότι απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις για την εγκατάσταση των προγραμμάτων. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν απαιτείται καμία απολύτως γνώση (πέραν ίσως της γνώσης βασικών και απλούστατων εντολών σε κονσόλα όπως η αντιγραφή και μετακίνηση αρχείων και η μετάβαση σε επιθυμητούς φακέλους), καθώς η διαδικασία αλλά και οι εντολές που χρειάζονται για την εγκατάσταση του προγράμματος περιγράφονται αναλυτικά σε ένα README ή INSTALL αρχείο που βρίσκεται ενσωματωμένο μέσα στο ίδιο το αρχείο προγράμματος (tar.gz, tgz, tar.bz2, rpm).
Εξάλλου, αναλυτικές οδηγίες για την εγκατάσταση του προγράμματος υπάρχουν πάντα στην ιστοσελίδα του προγράμματος αλλά και γενικά σε κάποιο από τα αμέτρητα forums για gnu/linux. Συνοψίζοντας, στην περίπτωση που ο χρήστης επιθυμεί την εγκατάσταση κάποιου πολύ συγκεκριμένου προγράμματος εκτός των 17000+ διαθέσιμων μέσω του package manager (synaptic, apt etc) δεν έχει παρά να κατεβάσει το αρχείο από το ίντερνετ και μετά, αντί να κάνει διπλό κλίκ, next-next κτλ και να εγκαταστήσει το πρόγραμμα (όπως στα windows), να ακολουθήσει τις απλές και αναλυτικές οδηγίες για την εγκατάσταση του συγκεκριμένου προγράμματος. Επομένως η εγκατάσταση ακόμα και των “ιδιαίτερων” προγραμμάτων στο gnu/linux δεν είναι τόσο δύσκολη, ούτε απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, παρά μόνο ελάχιστα λεπτά από το χρόνο μας για να ακολουθήσουμε μια συγκεκριμένη διαδικασία.
Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ένα γενικό τρόπο με τον οποίο εγκαθιστούμε καθένα από τα συνηθέστερα είδη αρχείων προγραμμάτων (πακέτων) σε gnu/linux. Η διαδικασία ενδέχεται να διαφέρει ελαφρά από εγκατάσταση σε εγκατάσταση γι' αυτό προτείνεται να συμβουλευόμαστε πάντα τις οδηγίες εγκατάστασης για το κάθε πρόγραμμα από κονσόλα.
Η συνήθης διαδικασία που ακολουθούμε για την εγκατάσταση οποιουδήποτε προγράμματος με κατάληξη tar.gz ή tgz περιγράφεται παρακάτω και πιθανότατα θα λειτουργήσει κανονικά. Μιας και, όπως προαναφέρθηκε, ο οδηγός αυτός φτιάχτηκε με σκοπό να προσφέρει εύκολα λύση σε κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα του χρήστη, ιδού η απάντηση στο ερώτημα: “Βρήκα το πρόγραμμα που θέλω, αλλά έχει κατάληξη tar.gz ή tgz ή tar.bz2! Πώς το εγκαταστώ αυτό;;”
Πλοηγούμαστε στον φάκελο στον οποίο έχουμε κατεβάσει το αρχείο μας
$ tar jxvf filename.tar.gz $ cd filename $ ./configure $ make # make install $ make clean
Αν λοιπόν είμαστε τυχεροί, το πρόγραμμά μας θα εγκατασταθεί με επιτυχία. Αν παρ' ελπίδα κάτι πάει στραβά, ή αν απλά θέλουμε να ξέρουμε τί είναι αυτό που κάνουμε και γιατί το κάνουμε, θα πρέπει να κάνουμε έναν κόπο να διαβάσουμε και παρακάτω όπου πιθανόν να μας λυθούν αρκετές απορίες.
Τώρα ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τί είναι όλα αυτά τα περίεργα και, κυρίως, παράλληλα να δούμε γιατί και πώς μπορεί και διαφοροποιείται η παραπάνω διαδικασία από εγκατάσταση σε εγκατάσταση, χωρίς αυτό κάθε φορά να μας πανικοβάλει πως κάτι δεν πάει καλά. Θα διαπιστώσουμε, λοιπόν, πως αν και ποικίλλουν οι λύσεις (μέθοδοι) που προτείνονται για την εγκατάσταση τόσο διαφορετικών όσο και του ίδιου ακόμα προγράμματος, η λογική πίσω από τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν (μεθοδολογία) είναι ουσιαστικά η ίδια. (κάποια βήματα μπορεί να παραλείπονται ή να αλλάζουν για συγκεκριμένο λόγο τον οποίο και θα εξηγούμε κάθε φορά, για να ερμηνεύουμε τον διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της εγκατάστασης που προτείνεται από διαφορετικές πηγές). Πολλές από τις παρακάτω πληροφορίες αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα http://www.tuxfiles.org/gnu/linuxhelp/softinstall.html
Καταρχήν θα ήταν, ίσως, χρήσιμο να καταλάβουμε την διαδικασία με την οποία γράφεται ένα πρόγραμμα. Με πολύ απλά λόγια, ο προγραμματιστής γράφει των κώδικα που θέλει σε μία γλώσσα που καταλαβαίνει ο άνθρωπος και όχι το μηχάνημα (source code ή source language). Στην συνέχεια, με την χρήση κατάληλλων εργαλείων (compiler) η γλώσσα αυτή μεταφράζεται σε γλώσσα που καταλαβαίνει η μηχανή (machine code ή machine language), δηλαδή δυαδικούς αριθμούς. Η διαδικασία αυτή της “μετάφρασης” από την μία γλώσσα στην άλλη λέγεται compiling. Το αρχείο που περιέχει τον machine code λέγεται binary file. Επομένως, το binary file περιέχει το σύνολο τον εντολών που πρέπει να εκτελέσει η μηχανή σε μια γλώσσα που να την καταλαβαίνει.
Καθεμία από της παραπάνω εντολές (./configure, make, make install) αποτελεί ένα ενδιάμεσο στάδιο στην παραγωγή του τελικού προϊόντoς που είναι το binary αρχείο και κατ' επέκταση η εγκατάσταση του προγράμματος. Κάθε στάδιο έχει σαν αποτέλεσμα ένα “παράγωγο” το οποίο θα χρησιμοποιηθεί από την επόμενη εντολή (στάδιο) για να δημιουργηθεί το επόμενο “παράγωγο” κ.ο.κ. Έτσι, αν έχουμε εξ' αρχής στην διάθεσή μας οποιοδήποτε από τα “παράγωγα”, τα προηγούμενα στάδια που θα οδηγούσαν σε αυτό είναι περιττά. Για αυτό παρατηρείται το φαινόμενο, κατά την εγκατάσταση ενός source package, άλλες φορές να απαιτείται η εντολή ./configure και άλλες φορές να βγάζει error. Ακόμα, άλλες φορές να απαιτείται η χρήση και των 3 εντολών για την εγκατάσταση του tar.gz αρχείου, ενώ για ένα άλλο tar.gz η χρήση μόνο της εντολής make install, στην περίπτωση που έχουμε μέσα στο αρχείο το precompiled binary. Όλα αυτά εξηγούνται αναλυτικά παρακάτω.
Καταρχήν πρέπει να καταλάβουμε τι είναι τα αρχεία tar, tar.gz, tgz, tar.bz2. Τα αρχεία αυτά λέγονται source packages διότι συνήθως περιέχουν μέσα τους άλλα αρχεία με source code που προορίζεται για compilling (δηλαδή για να μετατρέψουμε το αρχείο από αρχείο πηγαίου κώδικα σε binary εκτελέσιμο αρχείο). Παρ' ολα αυτά ενδέχεται το source package αρχείο να μην περιέχει πηγαίο κώδικα αλλά να είναι precompiled (σε αυτήν την περίπτωση μέσα στο αρχείο πρέπει να περιέχεται είτε έτοιμο το binary εκτελέσιμο αρχείο ή κάποιος installer). Σε κάθε περίπτωση καθένα από τα παραπάνω αρχεία είναι ουσιαστικά ένα σύνολο αρχείων γκρουπαρισμένα υπό την μορφή ενός μεγάλου αρχείου (archived) και συμπιεσμένα (compressed) ώστε να πιάνουν λιγότερο χώρο (αλλά και γιατί καταστρέφονται δυσκολότερα). Αντίθετα με τα zip αρχεία των windows, όπου τα διάφορα προγράμματα πχ winzip μπορούν και γκρουπάρουν και συμπιέζουν τα διάφορα αρχεία, στον κόσμο των gnu/linux, (ακολουθώντας την φιλοσοφία του UNIX που λέει πως το κάθε πρόγραμμα πρέπει να γράφεται ώστε να κάνει ένα πράγμμα σωστάhttp://wiki.gnu/linuxquestions.org/wiki/Packing_and_Unpacking_Files), τα αρχεία κώδικα γκρουπάρονται σε ένα μεγάλο αρχείο (archived) και συμπιέζονται (compressed) απο δύο διαφορετικά προγράμματα. Γι' αυτό και η διπλή κατάληξη των αρχείων tar.gr και tar.bz. Το πιο συνηθισμένο πρόγραμμα με το οποίο γκρουπάρονται τα αρχεία λέγεται tar και η αντίστοιχη εντολή σε gnu/linux είναι $tar cvf xxx.tar yyy. Το παραγόμενο αρχείο λέγεται “tarball”. Τα tarballs χρησιμοποιούνται κατα κόρον για την διανομή λογισμικού για gnu/linux και πηγαίου κώδικα για compilling. Στην συνέχεια το tarball συμπιέζεται χρησιμοποιώντας συνήθως ή το gzip ή το bzip2 πρόγραμμα για να προκύψει το τελικό tar.gz (tgz) ή tar.bz2 αρχείο αντίστοιχα.
Επομένως, η πρώτη δουλειά που πρέπει να κάνουμε όταν κατεβάζουμε ένα τέτοιο source package αρχείο, για να μπορέσουμε να το χειριστούμε, είναι να το αποσυμπιέσουμε (decompress) και έπειτα να “ξεγκρουπάρουμε” τα αρχεία που το αποτελούν (dearchive). Αυτό ακριβώς είναι που κάνει η πρώτη εντολή. στην ουσία, πρόκειται για 2 έντολές που για ευκολία γράφονται σαν μία. Αυτό γίνεται προσθέτοντας στην εντολή $tar -xvf την παράμετρο z ή j για gzip ή bzip αντίστοιχα, όπου ουσιαστικά λέμε στο πρόγραμμα tar πριν προβεί σε dearchiving να τρέξει το αντίστοιχο πρόγραμμα αποσυμπίεσης. Η μεταβλητή x σημαίνει extract τα αρχεία από το tarball αφού αποσυμπιεστούν, η μεταβλητή v δείχνει τα αρχεία που έχουν γίνει extracted, και η μεταβλητή f λέει απο αρχείο να κάνει dearchive. Αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της εντολής είναι η δημιουργία ενός φακέλου που περιέχει τα αρχεία που βρίσκονταν μέσα στο συμπιεσμένο tarball. Μεταξύ των αρχείων αυτών βρίσκεται και ένα README ή INSTALL αρχείο με οδηγίες για το τί πρέπει να κάνουμε παρακάτω. Καλό είναι να τις διαβάσουμε για να ξέρουμε αν χρειάζεται να εκτελέσουμε την ./configure εντολή ή και την make εντολή ή αν δεν χρειάζεται και μπορούμε κατευθείαν να προχωρήσουμε στην εγκατάσταση του προγράμματος μέσω της εντολής make install.
Είναι σημαντικό να συμπληρώσουμε ότι αντί αυτής της εντολής μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το πρόγραμμα Arc που παρέχεται με τη στάνταρ διανομή του sidux. Με το Arc μπορούμε να κάνουμε extract τα περιεχόμενα του αρχείου μας σε γραφικό περιβάλλον (με τον ίδιο τρόπο που γίνονται extracted τα ζιπαρισμένα αρχεία σε windows χρησιμοποιώντας προγράμματα όπως το WinZIP ή το WinRAR). Έτσι, αυτή η εντολή μπορεί να παραληφθεί και να χρησιμοποιήσουμε το Arc, ιδίως αν έχουμε μια προτίμηση στο γραφικό περιβάλλον (ή μια απέχθεια για την κονσόλα).
Έστω ότι πρέπει να εκτελέσουμε την εντολή ./configure. Με την εντολή αυτή δεν κάνουμε τίποτα compile ακόμα παρά ελέγχουμε το σύστημα αν όσα πακέτα έχουν depedancies με αυτό που θέλουμε να εγκαταστήσουμε είναι εγκατεστημένα (το πρόγραμμα που θέλουμε να εγκαταστήσουμε είναι και αυτό ένα πακέτο και, όπως προαναφέρθηκε, στα gnu/linux τα προγράμματα κυκλοφορούν σαν πακέτα είτε αυτούσια είτε με depedencies) και στην συνέχεια να δημιουργείται το Makefile απο το οποίο θα προκύψει το τελικό εκτελέσιμο binary αρχείο από το οποίο θα γίνει η εγκατάσταση του προγράμματος.
Στην περίπτωση που το source package που θέλουμε να εκτελέσουμε δεν έρχεται με ένα configure script (αν είχαμε διαβάσει το readme θα τα ξέραμε βέβαια) τότε κατά την εκτέλεση της εντολής ο φλοιός (bash) παραπονιέται ότι:
bash: ./configure: Not such file or directory
Αυτό δεν μας ενοχλεί, απλά καταλαβαίνουμε ότι το δεν χρειαζόταν να εκτελέσουμε την εντολή configure. Άρα, προχωράμε στην επόμενη εντολή make.
Αν κατά την εκτέλεση της εντολής ./configure μας βγουν κάτι περίεργα μηνύματα αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό και αν το script δεν παραπονιέται τελικά για τίποτα τότε ολοκληρώνεται χωρίς λάθη και μπορούμε πάλι να μεταβούμε στην επόμενη εντολή.
Αν το script αποτύχει να εκτελεσθεί τότε πιθανότατα έχει βρει ότι κάποια πακέτα λείπουν ενώ απαιτούνται, τα οποία και μας ονομάζει. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τα εν λόγω πακέτα (πχ στο synaptic) καθώς και αυτά με παρόμοιο όνομα και κατάληξη -dev και να τα εγκαταστήσουμε. Πάντως, οι πιθανότητες να οδηγηθούμε σε τόσο περίπλοκες καταστάσεις είναι πραγματικά πολύ μικρές και σημαίνει ότι εξαντλήσαμε όλες τις πιθανότητες να βρούμε το πακέτο από τα respocities.
Με την εντολή αυτή κάνουμε compile τον πηγαίο κώδικα δημιουργούμε το binary file το οποίο χρειαζόμαστε για την εγκατάσταση του προγράμματος. Προϋπόθεση για να εκτελεσθεί σωστά είναι να υπάρχει το makefile, είτε εξ' αρχής μέσα στο source package, είτε να το έχουμε δημιουργήσει με την προηγούμενη εντολή. Κατά την εκτέλεση της εντολής βγαίνουν πάλι κάτι περίεργα μηνύματα το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό. Σε αργούς και παλιούς υπολογιστές υπάρχει πιθανότητα η διαδικασία να πάρει αρκετό χρόνο, οπότε το διάστημα αυτό μπορούμε να πάμε να φτιάξουμε ένα καφεδάκι και να ξαναγυρίσουμε. Λογικά δεν πρέπει να παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα κατά την εκτέλεση της εντολής οπότε με την ολοκλήρωσή της παίρνουμε κάτι σαν:
compiliation succed 0 errors 5 warnings (τα warnings δεν μας ενοχλούν).
Το binary εκτελέσιμο αρχείο δημιουργείται και μπορούμε να πάμε στο τελικό στάδιο που είναι ουσιαστικά η εγκατάσταση του προγράμματος.
Με την εντολή αυτή εγκαθιστούμε το πργραμμα. Για την εκτέλεση αυτής της εντολής απαιτείται η ύπαρξη του binary εκτελέσιμου αρχείου. Για την εκτέλεση αυτής της εντολής απαιτείται να είσαι root, οπότε τρέχεις πρώτα την εντολή su, βάζεις των κωδικό του root και μετά enter και τρέχεις την εντολή. Πάλι διάφορα περίεργα μηνύματα βγαίνουν στην οθόνη και τελικά ενημερωνόμαστε ότι η εγκατάσταση πέτυχε και ότι μπορούμε να τρέξουμε το πρόγραμμά μας.
Η εντολή make clean είναι προαιρετική και δεν αφορά στην εγκατάσταση του προγράμματος (το πρόγραμμα έχει ήδη εγκατασταθεί με την εκτέλεση της προηγούμενης εντολής make install). Χρησιμοποιείται για την εκκαθάριση των αρχείων που δημιουργήθηκαν κατά την εντολή make τα οποία τώρα πια δεν χρειάζονται και απλά πιάνουν χώρο στο σκληρό δίσκο. ΠΡΟΣΟΧΗ! Πριν την χρήση της εντολής αυτής πρέπει να βεβαιωθούμε ότι έχουμε κρατήσει το αρχείο Makefile που δημιουργήθηκε με την εντολή ./configure, διότι αν θελήσουμε να απεγκαταστήσουμε αργότερα το πρόγραμμά μας το Makefile θα μας βοηθήσει να το κάνουμε με τον απλούστερο δυνατό τρόπο (βλέπε και παρακάτω).
Η απεγκατάσταση των προγραμμάτων source package που έγιναν compile και εγκαταστάθηκαν χειρονακτικά είναι πιo πολύπλοκη σε σχέση με τα προγράμματα που εγκαταστήθηκαν με χρήση κάποιου package manager (γι'αυτό και προτείνεται τόσο πολύ η χρήση ενός package manager). Γενικά πρέπει να συμβουλευτούμε το README αρχείο που συνοδεύει το πακέτο μας και να ευχόμαστε να περιέχει απλές οδηγίες σχετικά με την απεγκατάστασή του (αν δεν λέει κάτι για απεγκατάσταση την ψιλοκάτσαμε). Στην περίπτωση που έχουμε κρατήσει το Makefile τότε πιθανών να μπορούμε να το απεγκαταστήσουμε με την εντολή make uninstal. Αν κατά την εκτέλεσή της αρχίσουν να βγαίνουν κάτι περίεργα μηνύματα στην κονσόλα που όμως δεν παραπονιούνται για κάτι τότε όλα καλά. Αν όμως αρχίζει να παραπονιέται τότε πρέπει να διαγράψουμε όλα τα αρχεία του προγράμματος manually. Για να βρούμε πού έχουν εγκατασταθεί τα διάφορα αρχεία του προγράμματος μπορούμε να ανοίξουμε το Makefile με κάποιον editor (πχ KWrite) και να δούμε από εκεί…. Ναι, ιστορίες για αγρίους!… Ας προσπαθήσουμε να είναι τα source package αρχεία η τελευταία μας επιλογή. Εξάλλου, ένα πρόγραμμα που δεν υπάρχει στον package manager μπορεί να δίνεται τόσο σε μορφή tar.gz, tar.bz2 κτλ, όσο και σε κάποια άλλη μορφή (.deb, .bin, .rpm) που είναι προτιμότερη από την άποψη ότι η εγκατάσταση/ απεγκατάσταση αρχείων με αυτή την κατάληξη είναι απλούστερη.
Η εγκατάσταση των .deb πακέτων είναι πάρα πολύ απλή. Εξάλλου, Debian είναι και τα πακέτα που κατεβάζουμε όταν κατεβάζουμε κάποιο πρόγραμμα μέσω ενός package manager. Ας υποθέσουμε παρολαυτά ότι βρήκαμε ένα debian αρχείο μόνο του στο internet και θέλουμε να το εγκαταστήσουμε. Για παράδειγμα, έστω ότι πήγαμε στην σελίδα του Picasa που είναι ένα δημοφιλές πρόγραμμα οργανώνεις και να μοιράζεις τις φωτογραφίες σου. Επιλέγοντας να καταβάσουμε την έκδοση για gnu/linux βλέπουμε ότι καταβάσαμε ένα αρχείο με κατάληξη .deb–ένα debian πακέτο δηλαδή. Η εγκατάσταση αυτού του πακέτου μπορεί να γίνει είτε με χρήση της κονσόλας, είτε σε γραφικό περιβάλλον (αρκεί να υπάρχει εγκατεστημένο στον υπολογιστή κάποιο πρόγραμμα εγκατάστασης πακέτων (package installer) όπως το GDebI ή το kdpkg
Για την εγκατάσταση εως πακέτου deb μέσω της κονσόλας δεν έχουμε παρά να πλοηγηθούμε στον φάκελο όπου έχουμε εγκαταστήσει το πρόγραμμα και να δώσουμε την εντολή σαν root (δηλ. αρχικά θα έχουμε δώσει την εντολή su και θα έχουμε βάλει τον root password μας)
# dpkg -i filename.deb //όπου filaname = το όνομα του πακέτου που θέλουμε να εγκαταστήσουμε
Για παράδειγμα έστω ότι κατεβάσαμε το πακέτο picasa.deb στον φάκελο /home/myUseName/. H εντολή που πρέπει να δώσουμε για την εγκατάσταση του πακέτου είναι:
su # dpkg -i /home/myUserName/picasa.deb
H στάνταρ έκδοση του sidux δεν έρχεται μαζί με κάποιο package installer προεγκατεστημένο γι'αυτό θα πρέπει να τον εγκαταστήσουμε εμείς, προκειμένου να μπορούμε από κει και πέρα να εγκαθηστούμε οποιοδήποτε deb πακέτο θέλουμε σε γραφικό περιβάλλον. Προτείνονται οι εξής δύο debian package installers: GDebI και kdpkg
Για την εγκατάσταση του GDebI δεν έχουμε παρά να ψάξουμε στο synaptic για το πακέτο gdebi-kde. Θα μας ζητηθεί να εγκαταστήσουμε άλλα 2 πακέτα, τα εγκαθηστούμε όλα και πατάμε Apply. Ισοδύναμα μπορούμε να δώσουμε από κονσόλα την εντολή:
# apt-get install gdebi-kde
O kdpkg είναι ένας package installer παρόμοιος με τον GDebI, που όμως δεν έχει python depedencies και είναι γρηγορότερος (σ.σ. προσωπικά τον προτιμώ). Η εγκατάστασή του απαιτεί την προσθήκη του παρακάτω repository: deb http://sidux.wuertz.org sid main. Για το πώς προσθέτουμε ένα νέο repo μπορούμε να ανατρέξουμε στην ενότητα 3.3 Προσθήκη επιπλέον repositories. Στην συνέχεια εγκαθιστούμε το πακέτο kdpkg με χρήση είτε του synaptic, είτε δίνοντας την παρακάτω εντολή στην κονσόλα.
# apt-get update //για να ενημερωθεί η βάση με τα πακέτα αφού δηλώσαμε ένα νεο repository # apt-get install kdpkg
Τελικά, αφού εγκαταστήσουμε οποιονδήποτε από τους 2 παραπάνω package installers μπορούμε να εγκαταστήσουμε το πακέτο deb που επιθυμούμε κάνοντας δεξί κλίκ επάνω του και επιλέγοντας Open with —> kdpkg ή gdebi
Έστω ότι κατεβάσαμε το πακέτο flashplugin.rpm και το αποθηκεύσαμε στον φάκελο /home/me/my_downloads. οι εντολές που πρέπει να ακολουθήσουμε για την εγκατάσταση του πακέτου αυτού είναι:
su # apt-get install alien # alien -i /home/me/my_downloads/flashplugin.rpm
Τα rpm αρχεία είναι άλλη μια δημοφιλής μορφή software package η οποία χρησιμοποιείται συνήθως από διανομές gnu/linux όπως οι Fedora, SuSE και Mandriva. Έτσι, για να χρησιμοποιηθούν από το Debian-based sidux πρέπει πρώτα να μετατραπούν σε μορφή deb. Για την μετατροπή αυτή απαιτείται το πρόγραμμα alien το οποίο όμως δεν έρχεται με την βασική έκδοση του sidux και έτσι πρέπει να το εγκαταστήσουμε. Για την εγκατάσταση του alien μπορούμε να ψάξουμε για το πακέτο “alien” μέσω synaptic ή να δώσουμε την παρακάτω εντολή σε κονσόλα:
# apt-get install alien
Προφανώς, στην περίπτωση που το alien είναι ήδη εγκατεστημένο δεν χρειάζεται να εκτελέσουμε την παραπάνω εντολή.
Στην συνέχεια, αφού το alien εγκαταστάθηκε επιτυχώς, μετατρέπουμε το επιθυμητό rpm πακέτο σε dev και ταυτόχρονα το εγκαταστούμε κιόλας μέσω της εντολής:
# alien -i packetname.rpm
Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι ΔΕΝ είναι όλα τα rpm πκέτα συμβατά με το sidux οπότε ενδέχεται ορισμένα να μην εκγαθήστανται
Η εγκατάσταση των .bin πακέτων είναι σχετικά η πιό απλή Για την εκτέλεση τους δεν έχουμε παρά να κάνουμε κλίκ πάνω στο αρχείο bin που κατεβάσαμε (όπως και στα windows με τα exe αρχεία), ή να δώσουμε το εκτελέσουμε μέσω της κονσόλας. Π.χ. έστω ότι κατεβάσαμε το αρχείο GoogleEarthlinux.bin (η gnu/linux έκδοση του γνωστού προγράμματος google earth) από το site του google και αποθηκεύσαμε το αρχείο στον σκληρό μας στον φάκελο /home/me/my_downloads. για την εγκατάσταση του προγράμματος δεν έχουμε παρά να δώσουμε την εντολή:
$ /home/me/my_downloads/GoogleEarthlinux.bin
Με το που κάνουμε κλίκ πάνω στο πακέτο, ή το εκτελέσουμε μέσω της κονσόλας, πραγματοποιείται έλεγχος και αποσυμπίεση των δεδομένων του πακέτου και εμφανίζεται ένας οδηγός (wizard), παρόμοιος με τους οδηγούς εγκατάστασης των windows, που μας ρωτάει που θέλουμε να εγκαταστήσουμε το πρόγραμμα κτλ.
ΠΡΟΣΟΧΗ! Υπάρχει η πιθανότητα το bin αρχείο να μην εκτελείται. Αυτό συμβαίνει διότι πιθανόν να μην έχει της κατάλληλη άδεια (permissions). Έτσι, καλό είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε για την εκτέλεση του προγράμματος είναι να ελέγχουμε τα permissions του αρχείου και, αν απαιτείτε, να τα αλλάζουμε.
Στο gnu/linux μας δίνετε η δυνατότητα να εγκαταστήσουμε και να τρέξουμε προγράμματα γα Windows (ναι, και παιχνιδάκια!), μέσω του πακέτου WineHq. Το wine ουσιαστικά δημιουργεί ένα ενδιάμεσο “υπόστρωμα” (layer) το οποίο παρέχει συμβατότητα μεταξύ των προγραμμάτων Windows και του περιβάλλοντος gnu/linux. Πρέπει να σημειωθεί πως ΔΕΝ τρέχουν όλα τα προγράμματα Windows σε gnu/linux και επίσης αρκετά από τα προγράμματα που τρέχουν παρουσιάζουν διάφορα προβληματάκια (bugs). Για μια λίστα των προγραμμάτων windows που τρέχουν σε gnu/linux μέσω του wine πατήστε εδώ. Στην λίστα αυτή τα προγράμματα που είναι συμβατά με το Wine χωρίζοντε σε 3 λίστες ανάλογα με το πόσο ικανοποιητικά τρέχουν σε gnu/linux. Τα προγράμματα στην platinum list τρέχουν χωρίς κανένα πρόβλημα–όπως θα ήταν σαν να τα τρέχαμε σε windows–, τα προγράμματα στην gold list τρέχουν και αυτά χωρίς προβλήματα αλλά θέλουν κάποιες ιδιαίτερες ρυθμίσεις και τέλος, τα προγράμματα στην silver list τρέχουν ικανοποιητικά αλλά παρόλαυτα παρουσιάζουν κάποια μικροπροβληματάκια.
Η στάνταρ έκδοση του sidux δεν έρχεται με το πακέτο wine προεγκατεστημένο, έτσι πρέπει πρώτα απ' όλα να το εγκαταστήσουμε. Για την εγκατάστασή του δίνουμε την σε κονσόλα την εντολή:
# apt-get install wine
Στην συνέχεια, βρίσκουμε από τις λίστες συμβατότητας http://appdb.winehq.org αν το πρόγραμμα που θέλουμε υποστηρίζεται από το wine και ελέγχουμε πόσο ικανοποιητικά τρέχει, τι προβλήματα παρουσιάζονται κατά την χρήση του κτλ. Επίσης, στο τέλος της σελίδας του προγράμματος στο wine υπάρχει ένας οδηγός (HOWTO) με οδηγίες για το πώς εγκαθιστούμε και τρέχουμε το πρόγραμμα με την βοήθεια του wine. Γενικά, αν το αρχείο εγκατάστασης του windows προγράμματος λέγεται setupACDSee.exe και έστω είναι αποθηκευμένο στην επιφάνεια εργασίας μας (/home/me/desktop), τότε εκτελούμε την παρακάτω εντολή:
$ wine /home/me/desktop/setupACDSee.exe
και στην συνέχεια συνεχίζουμε σαν να ήμασταν σε περιβάλλον Windows.
Αν το αρχείο που τρέξαμε εμφανίσει έναν οδηγό (wizard) σαν αυτούς που συναντάμε συνήθως σε windows, το πρόγραμμά μας κατά πάσα πιθανότητα θα εγκατασταθεί μέσα σε έναν κρυφό φάκελο μέσα στον φάκελο εκίνησής μας (/home/me/). Για παράδειγμα, αν το πρόγραμμα λέγεται setup.exe τότε πιθανότατα θα εγκαταστάθηκε στον φάκελο ”/home/me/.wine/drive_c/Program Files/setup”
Αν ένα πρόγραμμα exe το χρησιμοποιούμε αρκετά συχνά, τότε πιθανόν να είναι χρήσιμο να δημιουργήσουμε μια συντόμευση για το εν λόγω πρόγραμμα στην επιφάνεια εργασίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ Το wine είναι ένα εξαιρετικό προγραμματάκι που μας επιτρέπει να τρέχουμε προγράμματα τα οποία έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε σε windows και για τα οποία δεν υπάρχει ίδια ή αντίστοιχη έκδοση για gnu/linux. Όμως, πρόκειται για έναν “εξομοιωτή” του περιβάλλοντος των windows και συνεπώς είναι φύσην αδύνατον όλα τα windows προγράμματα να τρέχουν χωρίς να παρουσιάζουν προβλήματα στο gnu/linux. Επομένως, προτείνεται (εκτός από τους λόγους που έχουν να κάνουν με το ελεύθερο λογισμικό κτλ) να προτιμούνται τα προγράμματα εκείνα που είναι κατασκευασμένα για να τρέχουν σε gnu/linux, παρά το αντίστοιχο windows πρόγραμμα που απλά έχουμε συνηθίσει τον χειρισμό του, με την βοήθεια του wine.
Αναλυτικές πληροφορίες http://manual.sidux.com/en/sys-admin-apt-en.htm#apt-delete